Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ilya Repin - Vsevolod Garshin



Ο Ilya Repin, ήταν ρεαλιστής ζωγράφος και γλύπτης από το Χάρκοβο της σημερινής Ουκρανίας, μέλος της κοινωνίας της ελεύθερης σκέψης των καλλιτεχνών Πιριντβίζνικι. Ο ρεαλισμός στα έργα του Repin έγινε πρότυπο μίμησης από πολλούς καλλιτέχνες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού της Σοβιετικής Ένωσης. Εκφράζει το εξαιρετικά μεγάλο ψυχολογικό βάθος και τις εντάσεις εντός των υφιστάμενων κοινωνικών τάξεων.

Μετά από μαθητεία με έναν αγιογράφο, ο Repin έλαβε την καλλιτεχνική εκπαίδευση στην Αυτοκρατορική Ακαδημία Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Με το επίδομα της ακαδημίας, θα μελετήσει βραχύβια στην Ιταλία και στη Γαλλία από το 1873 έως το 1876 αποκτώντας έτσι γνώσεις σχετικά με τη χρήση του φωτός και του χρώματος. Ο Repin δεν έγινε ποτέ ιμπρεσιονιστής ο ίδιος. Παρέμεινε ρεαλιστής καλλιτέχνης σε όλη του τη ζωή.



Ο Vsevolod Garshin, ήταν ο γιος αξιωματικού. Ο ίδιος προσφέρθηκε να υπηρετήσει στο στρατό κατά την έναρξη της ρωσο-τουρκικού πολέμου το 1877. Έλαβε μέρος στην Βαλκανική εκστρατεία, και τραυματίστηκε πάνω στη δράση. Προήχθη στο βαθμό του αξιωματικού στο τέλος του πολέμου. Υπέβαλε την παραίτησή του αμέσως μετά προκειμένου να αφιερώσει το χρόνο του στη λογοτεχνία. Προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες, κυρίως κριτικές για εκθέσεις τέχνης.

Οι εμπειρίες του ως στρατιώτης του παρέχουν τη βάση για τις πρώτες ιστορίες, μεταξύ των οποίων το "Four Days" (ρωσικά: «Четыре дня»), βασισμένο σε πραγματικό γεγονός. Η αφήγηση είναι οργανωμένη γύρω από τον εσωτερικό μονόλογο ενός τραυματισμένου στρατιώτη πλάι σε νεκρούς στο πεδίο της μάχης για τέσσερις ημέρες. Ένας μονόλογος πρόσωπο με πρόσωπο με το πτώμα ενός Τούρκου στρατιώτη που ο ίδιος είχε προηγουμένως σκοτώσει.

Παρά την πρόωρη λογοτεχνική επιτυχία είχε συχνά εξάρσεις ψυχασθένειας. Στην ηλικία των 33, ο Garshin προσπάθησε να αυτοκτονήσει πηδώντας από τον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας όπου διέμενε. Πέθανε τελικά ύστερα από μαρτύριο πέντε ημερών σε νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.

Χρησίμευσε ως πρότυπο, τόσο σωματικά όσο και φιλοσοφικά, για δύο από τους πίνακες του Repin με επαναστατικό θέμα. Στον πρώτο, από τα πιο έντονα ψυχολογικά έργα του Ilya Repin, εμφανίζεται με φρίκη ο Ιβάν ο Τρομερός να αγκαλιάζει τον νεκρό γιο του, τον οποίο είχε μόλις χτυπήσει και τραυματίσει θανάσιμα σε μια ανεξέλεγκτη έκρηξη οργής "Ivan the Terrible and His Son"



ενώ στον δεύτερο μας δείχνει μια οικογένεια έκπληκτη από την απροσδόκητη επιστροφή του πατέρα στο σπίτι "They Did Not Expect Him".



Πηγές: Wikipedia, The Metropolitan Museum of Art

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Α. Ρεμπώ: Τους φοβάμαι τους χειμώνες. Ζητούνε πολλά. Πρωτίστως θάλπος.

ΑΝΤΙΟ

Φθινόπωρο.
Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου  ενώ,                                                                                                             γυρεύουμε  διαύγεια Θεού. 


Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ' αυτούς που  τα ψοφίμια τους, του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια.


Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά,
ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες,
                                                  ταξιδεύει. 

                                                             Σχίζοντας νεφελώματα. 

Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη,
Σε ξεναγεί σε πολιτείες  πυρφόρων ουρανών της λάσπης. 


Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν  στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία.


Σαν να ήταν χθες με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο  να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο. 


Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι!
                   Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος.
                   Τι βδέλυγμα!  η κακομοιριά! 


Τους φοβάμαι τους χειμώνες.
              Ζητούνε πολλά.
                           Πρωτίστως θάλπος. 


Α. Ρεμπώ, μια εποχή στη κόλαση, μτφρ: X.Σ. Kρεμνιώτης 

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015


Ντολόρες Χέιζ, πού να ‘σαι τώρα; 
Κάποιος παραπονιέται για τη σκληρότητά σου. 
Γηραιός κι άγρυπνος σε περιγράφει, έχοντας αποτύχει φτάνει: 
διασχίζοντας το σκληρό χώμα, της αιώνιας νεότητάς σου. 
Αποκοιμιέται, τι κοιτάζεις; 
Πέρα από το γυμνό σου κοριτσίστικο "Αντίο Στούρνε"
ποιος ήταν τελικά αυτός ο άντρας 
που τώρα πεθαίνει και τον λυπάσαι; 
Η δουλειά του ήταν να ξεφορτώνει 
το γαϊδούρι ενός δαίμονα 
και να σερβίρει κουρασμένα φαγητό
στις μνήμες των ανθρώπων. 
Χωρίς να σκέφτεται διακλαδώθηκε 
στο σχήμα του χάρτη της Βορείου Αμερικής 
σου πρόσφερε παγωτό
δίχως να κάνει θόρυβο. 
Εμφανίστηκε αργότερα στις κάμερες 
ξυπόλυτος κι αχτένιστος. 
Λένε πως το 'κανε για να στείλει κάποιο μήνυμα. 
Μα αυτός σχεδίαζε το πρόσωπό σου.



Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Μαρία Ντενίσοβα

Η  Μαρία Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα, γεννήθηκε το 1894 στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Μέλος φτωχής αγροτικής οικογένειας, κατοπινή γλύπτρια κυρίως της Σοβιετικής προπαγάνδας, πρώτος και ανεκπλήρωτος έρωτας του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Αυτή είναι η "Μαρία", στο ποίημα "Σύννεφο με παντελόνια" που ξεκίνησε σαν γράμμα και με τον αρχικό τίτλο "ο δέκατος τρίτος Απόστολος" τίτλος που εγκαταλείφθηκε δε λόγω της λογοκρισίας της εποχής. 

Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην Οδυσσό το 1913, όπου η Ντενίσοβα φοιτούσε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο Μαγιακόφσκι αμέσως την ερωτεύθηκε, παθιάστηκε μαζί της και υπέφερε πάρα πολύ καθώς προσπάθησε να εκβιάσει την αγάπη της, μη συνυπολογίζοντας τις όποιες επιθυμίες και σχέδια είχε η ίδια.
Η Ντενίσοβα δεν εντυπωσιάστηκε από τον Μαγιακόφσκι σε βαθμό που να συνάψει σχέσεις μαζί του.

Η ζωή της ήταν πάντοτε ριψοκίνδυνη. Πολέμησε μαζί με πολλές άλλες γυναίκες στον Ρωσικό εμφύλιο. Κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας προσβλήθηκε από τύφο κι αργότερα από κάποια μορφή ψυχασθένειας, τη λεγόμενη "Ψυχασθένεια της Πρώτης Γραμμής", όπως αποκαλούνταν τότε η συγκεκριμένη ψυχολογική διαταραχή, που χαρακτηριζόταν από  φοβίες, εμμονές, και υπερβολικό άγχος. 

Παρέμεινε ωστόσο μέχρι το τέλος πιστή στην επανάσταση. 

Στα γλυπτά της κυριαρχεί το επαναστατικό ηρωικό θέμα, με πορτραίτα διάσημων στρατιωτικών του Εμφυλίου Πολέμου. Ένα από τα γνωστά της έργα είναι "Ο ποιητής" (1927), γύψινη προτομή του Μαγιακόφσκι, στην είσοδο του ομώνυμου μουσείου που είναι αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή.
Άλλα έργα της επίσης εκτίθενται στο εν λόγω μουσείο.

Στα τέλη του 1930 η Μαρία Ντενίσοβα έπεσε στην αφάνεια και σταμάτησε να βλέπει και να συναναστρέφεται φίλους. Κατέφυγε στην Αγγλία με μια από τις δύο της κόρες, την Άλυα ή Αλίκη. 

Αυτοκτόνησε το 1944 με άλμα στο κενό από το δέκατο όροφο. 



Σύννεφο με παντελόνια, απόσπασμα.

[...]
Μαρία, έλα!
Μαρία!
Φοβάμαι ότι το όνομά σου θα ξεχάσω, 
όπως ο ποιητής φοβάται να ξεχάσει
κάποια,
μέσα στα βάσανα της νύχτας, γεννημένη λέξη
με την μεγαλοσύνη της ισάξια με τον Θεό.
Το κορμάκι σου
θα το φυλάω και θα το αγαπάω,
όπως απ’ τον πόλεμο ακρωτηριασμένος στρατιώτης,
άχρηστος, 
κανενός,
φυλάει το πόδι του μοναδικό.
[...]


Το απόσπασμα είναι από τον τόμο: ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ 
Μετάφραση από τα ρωσικά, Πέτρος Ανταίος, εκδ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Τούτο το διήγημα απευθύνεται στη διανόηση του αναγνώστη που από μόνη της σκηνοθετεί. S.M.

Στεφάν Μαλλαρμέ
Ο ΙΓΚΙΤΟΥΡ Ή Η ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ ΕΛΒΕΝΟΝ
 μτφρ: Ν.Γ.Πεντζίκης


Παλιά σπουδή

[ΕΙΣΑΓΩΓΗ]

Όταν οι πνοές των προγόνων θέλουν να φυσήξουν το κερί, (που ίσως εξαιτίας του υφίστανται στο μαγικό βιβλίο τα γράμματα) – λέει «Όχι ακόμα!»
Στο τέλος, όταν οι θόρυβοι θα 'χουν εξαφανιστεί, θα βγάλει ο ίδιος μιαν απόδειξη για κάτι το μεγάλο (μήτε άστρα; το τυχαίο εκμηδενίστηκε;) από το απλό γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσει τη σκιά φυσώντας πάνω στο φως.
Έπειτα – καθώς θα έχει μιλήσει σύμφωνα με το απόλυτο – που αρνιέται την αθανασία, το απολυτο θα υπάρχει απέξω – φεγγάρι, από πάνω στο χρόνο: Και τις κουρτίνες θ' ανασηκώσει, απέναντι.

Ο Ίγκιτουρ, μικρό παιδί, διαβάζει στους προγόνους του το μάθημά του.

4 ΜΕΡΗ

[ΕΝΔΕΙΞΗ]

1.Το μεσονύχτι
2.Η σκάλα
3.Το ρίξιμο απ' τα ζάρια
4.Ο ύπνος απάνω στις στάχτες, μετά το φύσημα του κεριού.

Περίπου τα ακόλουθα:
Σημαίνουν Μεσάνυχτα – το Μεσονύχτι που πρέπει να ρίξουμε τα ζάρια. Ο Ίγκιτουρ κατεβαίνει τις σκάλες, του ανθρωπίνου πνεύματος, πάει στο βάθος των πραγμάτων: Καθώς είναι «απόλυτο». Τάφοι – στάχτες, (ούτε αίσθημα, μήτε πνεύμα) ουδετερότητα. Απαγγέλλει την πρόρρηση και τελεί την χειρονομία. Αδιαφορία. Σφυρίγματα στη σκάλα. «Κάματε λάθος» ουδεμία συγκίνηση. Το άπειρο προέρχεται από το τυχαίο, που αρνηθήκατε. Σεις μαθηματικοί ξεψυχήσατε – ο εαυτός μου απόλυτο μελλούμενο. Θα 'πρεπε να περατώνεται σε άπειρο. Μονάχα λόγος και χειρονομία. Σχετικά μ' ό,τι σας λέω, για να εξηγήσω τη ζωή μου. Τίποτα δεν θ' απομείνει από σας – το άπειρο ξεφεύγει επιτέλους απ' την οικογένεια, που μαζί του υπόφερε, – αρχαίο διάστημα – κανένα τυχαίο. Είχε δίκαιο να τ' αρνηθεί, – τη ζωή του – για να μπορέσει να γίνει αυτός απόλυτο. Αυτό θα συνέβαινε στο χώρο των συνδυασμών του Άπειρου αντίκρυ με τ' Απόλυτο. Αναγκαίο – αντλεί την Ιδέα. Τρέλα ωφέλιμη. Μια από τις πράξεις του σύμπαντος συντελέστηκε εδώ. Άλλο τίποτα, η αναπνοή απόμεινε, τέλος του λόγου και της χειρονομίας ενωμένων – φυσά το κερί του είναι, που μ' αυτό τα πάντα έγιναν. Απόδειξη.
(Εμβάθυνε σε όλα αυτά)

Ι.

ΤΟ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ

Βέβαια υφίσταται μια παρουσία του Μεσονυχτιού. Η ώρα δε χάθηκε σε καθρέφτη, δε χώθηκε σε παραπετάσματα, αναπλάθοντας με την αδειανή της ηχηρότητα κάποια επίπλωση. Θυμούμαι το χρυσάφι της που πήγαινε να μοιάξει κόσμημα τίποτα ονείρου, πλούσια κι ανωφέλευτη επιβίωση, μόνο που στο θαλασσινό κι αστρικό σύμπλοκο κάποιας χρυσοχοϊκής διαβαζόταν το άπειρο τυχαίο των συζεύξεων.
Αποκαλύπτοντας τα μεσάνυχτα, ποτέ τότε παρόμοιο δε φανέρωσε συνταίριαγμα, γιατί νάτην η μοναδική που δημιούργησε ώρα. Όπου και θάλασσα και αστερισμοί ξεχωρίζουν απ' τ' Άπειρο, παραμένοντας, στην εξωτερικότητα, αμοιβαία μηδέν, για να εναποθέσουν την ουσία, στην ώρα την ενιαία, να κάμει το απόλυτο παρόν των πραγμάτων.
Και η παρουσία του Μεσονυχτιού παραμένει στ' όραμα του χρόνου όπου η μυστηριώδης επίπλωση καθηλώνει αόριστη μια δόνηση σκέψης, θραύσμα φωτεινό της επιστροφής και του αρχικού των κυμάτων της απλώματος, ενώ ακινητοποιείται (σε όριο κινητό) η προηγούμενη απ' την πτώση της ώρας θέση σε γαλήνη ναρκωτική του εγώ καθαρού μακρόχρονα ονειρεμένου. Που ο χρόνος του όμως αποσυνετέθηκε σε παραπετάσματα όπου απαω στάθμευσε, συμπληρώνοντάς τα με την αίγλη της, μποδισμένη η δόνηση, μέσα σε λήθη, σαν κόμη που λιποθυμεί, τριγύρω στο φωτισμένο πρόσωπο του μυστηρίου, με μάτια τίποτα όμοια ο καθρέφτης, του φιλοξενούμενου, του στερημένου κάθε σημασία όσο και παρουσία.
Είναι τ' όνειρο το καθαρό ενός Μεσονυχτιού εξαφανισμένο στον εαυτό του, που τη Λάμψη του την αναγνώρισαν, μονάχο που στους κόλπους παραμένει της βυθισμένης συμπλήρωσής του στη σκιά, και την στειρότητά του συνοψίζει στην ωχρότητα ενός βιβλίου ανοιχτού που επιδεικνύεται στο τραπέζι. Σελίς και διάκοσμος της Νύχτας συνηθισμένα, μόνο που ακόμα υφίσταται η σιωπή ενός λόγου που πρόφερε αρχαίου, όπου, επιστρέφοντας, τούτο το Μεσονύχτι αναπλάθει τη σκιά του τελειωμένη και εκμηδενισμένη με τα λόγια αυτά: Υπήρξα η ώρα που οφείλει να με κάμει καθαρό.
Νεκρή από καιρό, τέτοια καθρεφτίζεται μια αρχαία ιδέα στη λάμψη της χίμαιρας που μέσα της το όνειρο της εξέπνευσε, και αναγνωρίζει στην απρομνημόνευτη τον εαυτό της κενή χειρονομία που την ίδια προσκαλεί, για να περατώσει του πολικού ονείρου αυτού τον ανταγωνισμό, να πάει, και με τη λάμψη μαζί τη χιμαιρική και το κείμενο ξανά κλειστό, στο χάος της αμβλωμένης σκιάς και του λόγου που συγχωρεί τα Μεσάνυχτα.
Ανώφελο, της επίπλωσης που συμπληρωμένη θα σωριαστεί σ' ερέβη όπως τα παραπετάσματα, που βάρυναν κιόλας στο σταθερό όλων των ημερών σχήμα, ενώ, αυτενέργητη αναλαμπή, από την ίδια της γεννημένη την προβολή στης σκοτίδας το καθρέφτισμα, σπινθηρίζει η καθάρια του διαμαντιού φωτιά στο ρολόγι, μοναδική επιβίωση και κόσμημα της αιώνιας Νύχτας, διατυπώνεται η ώρα σ' αυτήν την ηχώ, στο κατώφλι θυρόφυλλων που με την πράξη του της Νύχτας άνοιξαν: «Χαίρε που υπήρξα, νύχτα, ό ίδιος σου τάφος, που, η επιζώσα όμως σκιά, θα μεταμορφωθεί σε αιωνιότητα».

ΙΙ.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΗΝ ΚΑΜΑΡΗ ΚΑΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΚΑΛΕΣ

(Αντί να κατέβει καβαλώντας στην καγκελλαριά)

Σαν εξαφανίστηκε η σκιά στο σκοτάδι, η Νύχτα απόμεινε με μια αμφίβολη αίσθηση εκκρεμούς που πάει να φταστεί και να ξεψυχήσει στον εαυτό του. Μα ό,τι λάμπει και πάει, εκπνέοντας στον εαυτό του, να αποσβεστεί, ο εαυτός της αντιλαμβάνεται να το σηκώνει ακόμα. Λοιπόν, αυτηνής είναι δίχως αμφιβολία ο χτύπος που είχε ακουστεί και ο θόρυβός του ο ολοκληρωτικός που ανεπιστρεπτί κατάπεσε στερημένος στο παρελθόν του.
Αν από τη μια το διφορούμενο έληξε, από την άλλη μια κίνηση διαρκεί, πιο επίμονη, σημαδεμένη μ' ένα διπλό χτύπημα, που δεν προσεγγίζει πια η όχι ακόμη την έννοιά της, κι ένα της τωρινό ψαύσιμο, κατώπς πρέπει να γίνεται, συγκεχυμένα γεμίζει το διφορούμενο ή την παύση του: σάμπως η ολοκληρωτική πτώση που στάθηκε το μοναδικό βρόντημα των πυλών του τάφου, να μην έσβηνε ανεπιστρεπτί τον φιλοξενούμενο. Και στην αβεβαιότητα που προέρχεται πιθανόν από την καταφατική διατύπωση, που με του εντάφιου κενού επεκτείνεται την αναπόληση το σκόνταμα, όπου η λάμψη συγχέεται, της πτώσης ένα όραμα παρουσιάζεται των θυρόφυλλων που διακόπηκε, σάμπως ο εαυτός του να 'ταν ο ίδιος, που προικισμένος τη μεταίωρη κίνηση, πάνω του την γύριζε στην επακόλουθη ιλιγγιώδη σπείρα. Και επ' αόριστο θα 'πρεπε ν' αφίσταται, αν μια κατάθλιψη αυξάνουσα, βάρος βαθμιαίο απ' ό,τι δεν αντιλαμβανόμασταν, παρ' όλο που ήταν εξηγημένο γενικά, δεν υπέθετε βεβαία την απόδραση σ' ένα ενδιάμεσο, την παύση. Ή, όταν το χτύπημα ξεψύχησε, και αυτές αφομοιώθηκαν, τίποτα πράγματι δεν ακούστηκε πια: παρά μόνο παράλογων ο χτύπος φτερών κάποιου φιλοξενούμενου που η νύχτα τον τρόμαξε τον χτύπησε στον βαρύ του ύπνο η λάμψη και εξακολουθεί την απροσδιόριστή του φυγή.
Γιατί, το μέρος τούτο που άγγισε το λαχάνιασμα, δεν ήταν κάποια του εγώ αμφιβολία στερνή, που σάλευε τα φτερά της περνώντας κατά τύχη, παρά η συνεχής και οικεία μιας ανώτερης ηλικίας προσεπαφή, που πνεύματα πάρα πολλά επιμελήθηκαν να συλλέξουν όλη από τους αιώνες τη σκόνη στον τάφο της, για να καθρεφτιστούν σ' ένα εγώ καθαρό, και υποψία καμιά να μη διαβεί απάνω στην αραχνένια κλωστή – ώστε η ύστατη να καθρεφτιστεί στον ίδιο τον εαυτό της σκιά, και μέσα στο πλήθος ν' αναγνωριστεί τις εμφανίσεις της που συμπεριλαμβάνονται στο μαργαρώδες άστρο του νεφελώματος της γνώσης των που κρατά το 'να χέρι, και τ' άλλο τον τόμο τους με τον χρυσό σπινθήρα στο θυρεό του κλείστρου. Τον τόμο από τις νύχτες τους. Τέτοια, βλέποντας τον εαυτό της, τώρα, για να βλέπεται, καθαρή, τούτη, η Σκιά, με τη στερνή της μορφή που ποδοπατεί, πίσω της, πλαγιασμένη και ξαπλωμένη, κι ύστερα εμπροστά της, σε ένα πηγάδι, η έκταση από τα κοιτάσματα της σκιάς, που αποδίδεται στην καθραή νύχτα, απ' όλες τις όμοιές της που παρουσιάστηκαν νύχτες, για πάντα μ' αυτές χωρισμένα κοιτάσματα, που σίγουρα δεν τα γνώρισαν – που, το ξέρω, δεν είναι παρά η παράλογη του θορύβου προέκταση του κλεισίματος της πύλης του τάφου που θυμίζει την πύλη του του πηγαδιού εκείνου η είσοδος.
Τούτη τη φορά, δε χωρεί αμφιβολία πια. Η βεβαιότητα καθρεφτίζεται στ' ολοφάνερο: άδικα, αναπόληση ενός ψέματος, που στάθηκε η συνέπειά του, ακόμα τ' όραμα παρουσιαζόταν ενός τόπου, όπως θα 'πρεπε να 'ταν, για παράδειγμα, το προσδοκώμενο ενδιάμεσο, στ' αλήθεια, έχοντας, για πλάγια τοιχώματα τη διπλή των θυροφύλλων αντίθεση, και για αντικρινά εμπροστά και πίσω, τ' άνοιγμα τίποτα αμφιβολίας που με την επέκταση του θόρυβου των θυροφύλλων μεταδίδεται, όπου κρύβεται το πτέρωμα, και από το εξερευνημένο διχασμένη διφορούμενο, η τέλεια συμμετρία από τα προβλεπόμενα πορίσματα διέψευδε την αλήθεια της. Δε χωρούσε να γελαστείς ήταν η συνείδηση του εγώ (που το ίδιο το παράλογο θα της χρησίμευε ως χώρος) η ευτυχία του.
Παρουσιάζεται εξίσου στη μια και στην άλλη όψη των λαμπερών και αιωνίων τοιχωμάτων δικό της μη κρατώντας παρά την οπάλινη στο 'να χέρι λάμψη της γνώσης της και στ' άλλο τον τόμο της, τον τόμο από τις νύχτες της που είναι τώρα κλειστός: παρελθόν και μέλλον που τέλεια και τελειωμένα εξουσιάζει η σκιά καθαρή φτάνοντας στον κολοφώνα του εγώ, απέξω τους. Ενώ μπροστά και πίσω επεκτείνεται το εξερευνημένο ψέμα του άπειρου, ερέβη όλων μου των οπτασιών συγκεντρωμένων, τώρα που ο χρόνος έληξε και πια δεν τις μοιράζει, ξαναπεσμένες σε βαρύν ύπνο, ατόφιο, (τότε που πρωτακούστηκε ο θόρυβος) που στ' άδειο του μέσα ακούω της ίδιας μου της καρδιάς τους παλμούς.
Δε μ' αρέσει ο θόρυβος αυτός: αυτή της βεβαιότητάς μου η τελειότητα μ' ενοχλεί: όλα παραείναι φωτεινά, η λάμψη μαις απόδρασης την επιθυμία φανερώνει. Όλα λάμπουν πολύ, θα μ' άρεσε να επιστρέψω στη Σκιά μου, την προϋπάρχουσα και άπλαστη, και με τη σκέψη ν' απεκδυθώ τη μεταμφίεση που η ανάγκη μου επέβαλε, να κατοικήσω αυτής της φυλής την καρδιά (που εδωνά ακούω να χτυπά) μοναδικό του επαμφοτερισμού απομεινάρι.
Στ' αλήθεια, στην ανησυχαστική και ωραία τούτη συμμετρία της κατασκευής του ονείρου μου, ποιο από τα δυό να εκλέξω ανοίγματα, μια και μέλλον πια δεν υπάρχει που το ένα απ' αυτά να το αντιπροσωπεύει; Και τα δυό οριστικώς ισοδύναμα, τάχα δεν αποτελούν τη σκέψη μου; Πρέπει ακόμα να φοβούμαι το τυχαίο, τον προαιώνιο αυτόν εχθρό που με διαμοίρασε σε δημιουργημένα ερέβη και χρόνο, ειρηνεμένα και τα δυο εδώ στον ίδιο ύπνο; Και τάχα, με το τέλος του χρόνου, που είχε ως συνέπεια το αυτό για τα ερέβη, εκείνο το ίδιο δεν εκμηδενίστηκε;

(Ψίθυρος)

Πράγματι, η πρώτη π' ανταμώνουμε μοιάζει με την σπείρα την προηγούμενη: ο ίδιος ρυθμικά κοφτός θόρυβος, και το ίδιο το ψαύσιμο: όμως καθώς το παν έλαβε τέλος, τίποτε πια να με τρομάξει δε μπορεί: ο τρόμος μου που με μορφή πουλιού προέτρεξε είναι πολύ μακριά: τάχα από την οπτασία του τι υπήρξα δεν αντικαταστάθηκε; και μ' αρέσει τώρα να το σκέφτομαι, τ' όνειρό μου για να μπορέσω να βγάλω απ' αυτήν την αμφίεση.
Τάχα τούτη η ρυθμική τμήση ο θόρυβος, δεν ήταν από το προχώρημα του ανθρώπου μου που στη σπείρα τώρα συνεχίζεται, και το ψαύσιμο, της διφυίας του το αβέβαιο ψαύσιμο; Τελοςπάντων δεν είναι η τριχωρή κοιλιά ενός κατωτέρου μου φιλοξενούμενου, που η αμφιβολία στη λάμψη της προσέκρουσε, κι αυτός μ' ένα φτεροκόπημα ξέφυγε, αλλά μιας ανώτερης ή βελουδένια φυλής προτομή που το φως την τσαλακώνει, και ανασαίνει μέσα σε ατμόσφαιρα αποπνικτική, από ένα πλάσμα που δεν έχει η σκέψη του εαυτού της συνείδηση, του τελευταίου προσώπου μου, που έν' αραχνένιο πτύχωμα το χώρισε από το πλάσμα του, και το ίδιο δεν γνωρίζεται: και, τώρα που για πάντα ξεχώρισε η διφυία του, και π' ούτε πια ακούω το θόρυβο του προχωρήματός του δια μέσου του, δια μέσου του θα ξεχαστώ, και θα διαλυθώ στο εγώ μου.
Το χτύπημά του τρικλίζει ξανά όπως πριν αποκτήσει τη συνείδηση του εαυτού του: ήταν η τμήση η ρυθμική του μέτρου μου που η θύμησή της μεγαλωμένη μου ξανάρθε από τον θόρυβο του χρόνου στο διάδρομο της πύλης του τάφου μου, και από την παραίσθηση: και, το ίδιο που στ' αλήθεια υπήρξε κλειστή, το ίδιο τώρα πρέπει ν' ανοίξει για να μπορέσει να εξηγηθεί τ' όνειρό μου.

[Εγκαταλείπει την κάμαρη]

Σήμανε η ώρα μου να φύγω, η καθαρότητα του κρύσταλου θ' αποκατασταθεί, δίχως αυτό το πλάσμα, του εαυτού μου όραμα – μαζί του όμως θα πάρει το φως! – η νύχτα! Πάνω στ' άδεια τα έπιπλα, ξεψύχησε τ' Όνειρο μέσα σε τούτη τη γυαλένια φιάλη, καθαρότητα – που περιέχει την ουσία από το Μηδέν.


ΙΙΙ.

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΙΓΚΙΤΟΥΡ

[ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ]

Φυλή μου άκουσε πριν μου σβύσεις το κερί – της ζωής μου που θα σου κάμω τον απολογισμό – Εδωνά: νεύρωση, ανία, (ή Απόλυτο!)

[Ώρες κενές: καθαρά αρνητικές]

Έζησα πάντα προσηλωμένη την ψυχή μου στο ρολόγι. Βέβαια, το παν έκαμα ώστε ο χρόνος που σημαίνονταν να 'μενε παρών μέσα στην κάμαρη, και να γινόταν για μένα η τροφή και η ζωή – τις κουρτίνες πάχυνα, και καθώς, για να μην αμφιβάλλω στον εαυτό μου είμουν υποχρεωμένος αντίκρυ σε τούτον να καθήσω τον καθρέφτη, μ' ακρίβεια περισυνέλεξα τα πιο ελάχιστα μόρια του χρόνου μέσα σε ολοένα παχυνόμενα υφάσματα. – Πολλές φορές μου 'καμε μεγάλο καλό το ρολόγι.

(Τούτο πριν να ολοκληρωθεί η Ιδέα του; Πράγματι, πετάχτηκε απ' τη φυλή του έξω του χρόνου ο Ίγκιτουρ).

Ιδού ο Ίγκιτουρ εν συνόψει, απ' όταν ολοκληρώθηκε η Ιδέα του: – Το παρελθόν που περιλαμβάνει η φυλή του απάνω του βαραίνει με την αίσθηση του πεπερασμένου, τούτη την ανία καθιζαίνει η ώρα από το εκκρεμές σε βαρύ χρόνο, αποπνιχτικό, και της συντελείας του μέλλοντος, η αναμονή του, καθαρόν σχηματίζουν χρόνο, ή ανία, που η αρρώστεια την κάνει του ιδεώδους ασταθή: τούτ' η ανία, μη μπορώντας να υπάρχει, μετατρέπεται στα στοιχεία της, μέσα σε λίγο, όλα τα κλειστά έπιπλα, και γεμάτα με το μυστικό τους. Και ο Ίγκιτουρ καθώς απειλείται από το μαρτύριο να υπάρχει αιώνια, που το προαισθάνεται αόριστα, ψάχνοντας μες στον καθρέφτη, που 'γινε ανία, τον εαυτό του, και βλέποντας να είναι ακαθόριστος, και έτοιμος σα να 'ταν να λιποθυμήσει μες στο χρόνο να εξαφανιστεί, αναπολώντας τον εαυτό του ύστερα. Ύστερα όταν απ' όλη τούτη την ανία, χρόνο, ξαναέγινε ο ίδιος, βλέποντας εκεί μέσα τον εαυτό του να τον περιβάλλει αραιότητα, απουσία ατμόσφαιρας, και να στρεβλώνουν μέσα στο κενό τις χίμαιρες τους τα έπιπλα, και αδιόρατα ν' αναρριγούν οι κουρτίνες, ανήσυχες. Τότε, ανοίγει τα έπιπλα, το μυστήριό τους ν' αδειάσουν, το άγνωστο, τη σιωπή τους, τη μνήμη τους, εντυπώσεις και ικανότητες ανθρώπινες, – και σαν νομίσει ότι ξανάγινε ο ίδιος, προσηλώνει με την ψυχή του το ρολόγι, που η ώρα του εξαφανίζεται στον καθρέφτη, ή πάει και κρύβεται στις κουρτίνες, παραγέμισμα επιπλέον δίχως ούτε στην ανία να τον αφήνει που επικαλείται και ονειρεύεται. Ανήμπορος από την ανία.

Χωρίζεται από τον ακαθόριστο χρόνο και υπάρχει! Και σαν άλλοτε δεν πρόκειται με μια δόνηση τεφρή να σταθεί ο χρόνος τούτος πάνω στους ατόφιους εβένους που οι χίμαιρές τους με μια καταθλιπτική αίσθηση πεπερασμένου κλείναν τα χείλη, και, στα βεβαρυμένα και κορεσμένα μη μπορώντας πια παραπετάσματα να χωρέσει, με ανία να γεμίσει έναν καθρέφτη όπου, πνευστιώντας και παθαίνοντας ασφυξία, ικέτευα ένα ακαθόριστο να παραμείνω πρόσωπο που μέσα εντελώς χάνονταν στον συγκεχυμένο καθρέφτη. Ίσαμε που επιτέλους, μια στιγμή τραβώντας τα χέρια από τα μάτια μου όπου τα είχε βάλει για να μη το δω να εξα, μέσα σε μια αίσθηση τρομαχτική αιωνιότητας η φρίκη. Και σαν πάλι άνοιξα στο βάθος του καθρέφτη τα μάτια, το πλάσμα έβλεπα της φρίκης, της φρίκης το φάντασμα που από λίγο λίγο απορροφούσε ό,τι ακόμα έμενε μέσα στον καθρέφτη πόνος και αίσθημα, με τα ύστατα τρέφοντας τη φρίκη του ρίγη από τις χίμαιρες και των παραπετασμάτων την αστάθεια, και να σχηματίζεται αραιώνοντας ίσαμε μιαν ανήκουστη καθαρότητα τον καθρέφτη, – ώσπου, σταθερά, να ξεχωρίσει από τ' απόλυτα καθαρό κρύσταλο, σάμπως σχηματισμένο στον πάγο του, – ώσπου τα έπιπλα επιτέλους, με τα στοιχειά τους που 'χαν υποκύψει μαζί με τις συσπάσεις των δακτυλίων τους, να έχουν πεθάνει σε στάση σοβαρότητας και απομόνωσης, μέσα στην απούσα ατμόσφαιρα τις σκληρές τους προβάλλοντας γραμμές, μαρμαρωμένα στη στερνή τους προσπάθεια τα στοιχειά, και διακόπτοντας οι κουρτίνες την ανησυχία τους να καταπέσουν, σε στάση που διαπαντός θα όφειλαν να κρατήσουν.

IV.

ΤΟ ΡΙΞΙΜΟ ΑΠ' ΤΑ ΖΑΡΙΑ

(ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ)

[ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ]

Εν συντόμω σε πράξη που παίζει ρόλο το τυχαίο, το τυχαίο κάθε φορά θα εκπληρώσει την ιδέα του καταφάσκοντας ή αρνούμενο τον εαυτό του. Άρνηση και κατάφαση άντικρυ στην ύπαρξή του πέφτουν έξω. Περιέχει το Παράλογο – το υποθέτει, αλλά σε κατάσταση λανθάνουσα κι εμποδίζει την ύπαρξή του: κι αυτό είναι που επιτρέπει στο Άπειρο να υπάρχει.

Το Κεράτιο είναι το Κέρατο του ίππου – του μονόκερου.

Όμως η πράξη ολοκληρώνεται.
Τότε το εγώ του εκδηλώνεται με τ' ότι ξαναπαίρνει την Τρέλα: παραδέχεται την Πράξη, και, εκούσια, ξαναπαίρνει την Ιδέα, σαν Ιδέα: και η Πράξη (όποια κι αν είναι η δύναμη που την οδήγησε) μια και αρνήθηκε το τυχαίο, συνεπάγεται μ' αυτό πως στάθηκε η Ιδέα αναγκαία.

-Τότε αντιλαμβάνεται ότι τρέλα, βέβαια, είναι απόλυτα να την παραδεχτείς: σύγχρονα όμως μπορεί να πει, ότι με το γεγονός τούτης της τρέλας, έχοντας αρνηθεί το τυχαίο, η τρέλα τούτη στάθηκε αναγκαία. Σε τί; (Κανείς δεν το ξέρει, είναι απομονωμένο απ' την ανθρωπότητα).

Το παν επί του προκειμένου είναι ότι η φυλή του στάθηκε καθαρή: ότι την καθαρότητά της την αφαίρεσε από το Απόλυτο, για να 'ναι αυτή, και απ' αυτό δίχως ν' αφήσει παρά μόνο μιαν Ιδέα, που καταλήγει κι αυτή στην Ανάγκη: και πως όσο για την Πράξη, είναι τέλεια παράλογη έξω από κίνηση (προσωπική) που επιστρέφει στο Άπειρο: αλλά ότι το Άπειρο επιτέλους ορίστηκε.

ΣΚΗΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ, ΠΑΛΙΟΣ ΙΓΚΙΤΟΥΡ

Ένα ρίξιμο απ' τα ζάρια που εκπληρώνει μια πρόρρηση, απ' όπου εξαρτήθηκε η ζωή μιας φυλής. «Μη σφυράτε» στους ανέμους, στους ίσκιους – αν πρόκειται, ως ηθοποιός, να κάμω το κόλπο μου εξάρες – με κανέναν τρόπο δε χωρεί τυχαίο.
Απαγγέλλει την πρόρρηση , που κατά βάθος την κοροϊδεύει. Εγένετο τρέλα.

Ο Ίγκιτουρ απλώς αναταράσσει τα ζάρια – κίνηση, πριν να πάει ν' ανταμώσει τις στάχτες, μόρια των προγόνων του: η κίνηση που υπάρχει μέσα του συγχωρείται. Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ο επαμφοτερισμός.
Κλείνει το βιβλίο – φυσά το κερί, – με την πνοή του που περιείχε το τυχαίο: και, σταυρώνοντας τα χέρια, πλαγιάζει πάνω στις στάχτες των προγόνων του.
Σταυρώνοντας τα χέρια – χάθηκε το Απόλυτο, σε καθαρότητα της φυλής του, (γιατί αλλιώς δε μπορεί να γίνει μια και παύει ο θόρυβος).
Πανάρχαια φυλή, κατάπεσε ο χρόνος της που βάραινε, υπερβολικός, στο παρελθόν, και που γεμάτη τυχαίο δεν έζησε, τότε, παρά με το μέλλον της μόνο. – Έχοντας τούτο το τυχαίο αρνηθεί χάρις σ' έναν αναχρονισμό, ένα πλάσμα, ύστατη ενσάρκωση αυτής της φυλής, – που, χάρις στο παράλογο, νιώθει μέσα του την ύπαρξη του Απόλυτου, έχει, ξεμοναχιασμένο, ξεχάσει τον ανθρώπινο λόγο στο βιβλίο το μαγικό, και τη σκέψη σ' ένα φέγγος, το 'να την άρνηση εξαγγέλλοντας, φωτίζοντας τ' άλλο τ' όνειρο που μέσα σ' αυτό βρίσκεται. Το πλάσμα που, πιστεύοντας την ύπαρξη του μόνου Απόλυτου, φαντάζεται ότι βρίσκεται παντού μέσα σ' όνειρο (δρα σύμφωνα με το Απόλυτο) θεωρεί την πράξη ανώφελη, γιατί υπάρχει και δεν υπάρχει τυχαίο – το ανάγει το τυχαίο στο Άπειρο – που, λέγει, κάπου πρέπει να υπάρχει.

V.

ΠΛΑΓΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ

Πάνω στις στάχτες των άστρων, τις αδιαχώριστες της οικογένειας, το πλάσμα το φτωχό, ήταν πλαγιασμένο, αφού ήπιε από το μηδέν τη σταλαγματιά που λείπει στη θάλασσα. (Η άδεια φιάλη, τρέλα, αυτό όλο μένει απ' τον πύργο;) Φεύγοντας το Μηδέν μένει ο πύργος της καθαρότητας.


Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΛΛΑΡΜΕ (1842 - 1899) εργάστηκε δίχως εξάρσεις, με σεμνότητα και πειθαρχία, αντικαθιστώντας την έμπνευση με σκέψη, σκοτεινιάζοντας τις αρχικά πολύ απλές και σαφείς ιδέες των εμπνεύσεων ώστε να καταντούν αινίγματα που απαγορεύουν κάθε απήχηση της αμεσότητας, διορθώνοντας και ξαναδιορθώνοντας τα κείμενά του, προσπαθώντας ν' ανακαλύψει μια γλώσσα αμόλευτη, προσέχοντας ευλαβικά τη σημασία του λευκού χαρτιού, δίνοντας υλική υπόσταση στα κενά ανάμεσα στις λέξεις, προσέχοντας τη στίξη, το μέγεθος των περιόδων, ξεμοναχιάζοντας τη λέξη σαν μονάδα, καθαρό χρώμα, μουσικό φθόγγο, παίζοντας, διαρκώς παίζοντας με παρηχήσεις, ομόηχα, διφορούμενα, λογοπαίγνια πάνω στις διπλές και τριπλές σημασίες που χαρίζουν στις λέξεις του σπάνια ακτινοβολία και απροσδόκητες μαρμαρυγές· εργάστηκε χρησιμοποιώντας ως προσχέδιο της ποιητικής του πρόζας: "Ένα ρίξιμο απ' τα ζάρια ποτέ να καταργήσει δεν πρόκειται το τυχαίο", τον Ίγκιτουρ.

Ν.Γ. Πεντζίκης, για τον Μαλλαρμέ.


Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

δεδομένου πως το συναίσθημα έρχεται πρώτο
Ε.Ε. Κάμμινγκς

δεδομένου πως το συναίσθημα έρχεται πρώτο
όποιος προσέχει έστω και λίγο
τη σύνταξη των πραγμάτων
ποτέ δεν θα σε φιλήσει απόλυτα
ολότελα θα είμαι ένας ανόητος
αφού η άνοιξη ήρθε

και το αίμα μου εγκρίνει,
πως τα φιλιά έχουν καλύτερη τύχη
από τη σοφία
κυρία το ορκίζομαι σε όλα τα λουλούδια. Μην κλαις
-η καλύτερη χειρονομία του μυαλού μου είναι μικρότερη από
το πετάρισμα στα βλέφαρά σου, που λέει

ότι είμαστε ο ένας για τον άλλο: γι' αυτό
γέλα, πέφτοντας στην αγκαλιά μου
γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος

Ούτε κι ο θάνατος παρένθεση

απόδοση Λουκάς Λιάκος

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Billie Holiday-Strange fruit. Η ιστορία πίσω από το τραγούδι



"Strange Fruit"

Southern trees bear a strange fruit
Blood on the leaves and blood at the root
Black bodies swingin' in the Southern breeze
Strange fruit hangin' from the poplar trees

Pastoral scene of the gallant South
The bulgin' eyes and the twisted mouth
Scent of magnolias sweet and fresh
Then the sudden smell of burnin' flesh

Here is a fruit for the crows to pluck
For the rain to gather, for the wind to suck
For the sun to rot, for the tree to drop
Here is a strange and bitter crop


"Περίεργο φρούτο"

Τα δέντρα στον Νότο φέρουν ένα περίεργο φρούτο
Αίμα στα φύλλα και αίμα στη ρίζα
Μαύρα κορμιά ταλαντεύονται στο Νότιο αεράκι
Ένα περίεργο φρούτο κρέμεται από τις λεύκες.

Ποιμαντική σκηνή στον ευγενή Νότο
Τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα στριμμένο
Άρωμα από μανόλιες, γλυκό και φρέσκο
Έπειτα ξαφνικά μυρωδιά καμένης σάρκας.

Εδώ είναι ένα φρούτο που τα τα κοράκια θα κόψουν
Που θα μουσκέψει η βροχή, και θα ρουφήξει ο αέρας 
Που θα σαπίσει ο ήλιος, για να πέσει απ' το δέντρο
Εδώ είναι μια παράξενη και πικρή σοδειά.  
Απόδοση Λουκάς Λιάκος


Η εν λόγω φωτογραφία είναι  του Lawrence Beitler και τραβήχτηκε στις 7 Αυγούστου του 1930 στο Μάριον της Ιντιάνα. Οι δύο κρεμασμένοι άνδρες είναι ο Thomas Shipp και ο Abram Smith που συνελήφθησαν ως ύποπτοι σε υπόθεση ληστείας, φόνου και βιασμού. Απήχθησαν από τον όχλο που εισέβαλε στη φυλακή. Μαζί τους ήταν και ο 16χρονος James Cameron ύποπτος για την ίδια υπόθεση, ο οποίος γλίτωσε χάρη στη παρέμβαση κάποιας γυναίκας που του προσέφερε άσυλο και κατόπιν επέστρεψε στη φυλακή. Το λιντσάρισμα των Shipp και Smith είναι και το τελευταίο καταγεγραμμένο στις Αμερικανικές βόρειες πολιτείες. Ωστόσο παρά τη σχετική κατοπινή έρευνα κανείς δε κατηγορήθηκε για τους φόνους.

Μια φωτογραφία λοιπόν όπου απεικονίζονται δυο μαύροι κρεμασμένοι σε δέντρο του Αμερικανικού Βορρά -αφού προηγουμένως είχαν περάσει από λιντσάρισμα- στάθηκε η αφορμή για το ποίημα strange fruit του Abel Meeropol (10 Φεβρουαρίου 1903 - 30 Οκτωβρίου 1986) «Έγραψα το "Περίεργο φρούτο" γιατί μισώ τα λιντσαρίσματα, μισώ την αδικία και μισώ τους ανθρώπους που την επιβάλουν». Ο Meeropol ήταν καθηγητής σε γυμνάσιο του Μπρονξ, συγγραφέας, στιχουργός και συνθέτης.

Εβραίος από τη Ρωσία και μέλος του κομουνιστικού κόμματος των ΗΠΑ από φόβο για αντίποινα χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Lewis Allan. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε αρχικά ως "Bitter fruit" στο περιοδικό The New York Teacher το 1937. Ο  Meeropol ζήτησε από διάφορους συνθέτες να το μελοποιήσουν, σημειώνεται εδώ και ο Earl Robinson, χωρίς ωστόσο να βρει ανταπόκριση. Στο τέλος, το μελοποίησε ο ίδιος και μαζί με τη γυναίκα του καθώς και με τη μαύρη  τραγουδίστρια Laura Duncan το περφόμαραν στo Madison Square Garden.

Ο Barney Josephson, ιδρυτής του Cafe Society, του πρώτου κατεξοχήν νάιτ κλαμπ στη Νέα Υόρκη, άκουσε το κομμάτι και το σύστησε στη Billie Holiday. Εκείνη με τη σειρά της πλησίασε τη δισκογραφική της εταιρεία Coloumbia, για το τραγούδι, αλλά η εταιρία φοβόταν αντίδραση από τους λιανοπωλητές στο Νότο, καθώς επίσης και την αρνητική αντίδραση από τις θυγατρικές του ραδιοφωνικού δικτύου της CBS. Ο παραγωγός της  John Hammond επίσης της αρνήθηκε μια εκτέλεση . Τότε η Holiday απευθύνθηκε στο φίλο της Milt Gabler, ο οποίος κατείχε την ανεξάρτητη Commodore και τον απασχολούσε η εναλλακτική τζαζ. Η Holiday του τραγούδησε το "Strange Fruit" a cappella, και τον συγκίνησε μέχρι δακρύων. Η Coloumbia της επέτρεψε μια διακοπή από τo συμβόλαιο, προκειμένου να κυκλοφορήσει το κομμάτι μαζί με τον Frankie Newton και την οκταμελή μπάντα του Cafe Society. 

Κυκλοφόρησαν τελικά, δύο εκτελέσεις του τραγουδιού στη Commodore, μία το 1939 και μία το 1944. Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία. Το 1939 πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα κι έγινε έτσι ο μεγαλύτερος ως τότε σε πωλήσεις δίσκος της Holiday.

H  Billie Holiday (7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959), ή αλλιώς Eleanora Fagan,  γεννήθηκε άπορη και πέθανε άπορη από κίρρωση του ήπατος στα 44 χρόνια της. Χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η μεγαλύτερη τραγουδίστρια στην ιστορία της τζαζ, Ερμήνευσε επίσης τραγούδια της μπλουζ μουσικής. Βία και κακομεταχείριση από τους συντρόφους της, ναρκωτικά αλκοόλ και λοιπές καταχρήσεις, συντόμευσαν το βίο της. Προς το τέλος, η φωνή της είχε αποκτήσει βραχνή και τραχιά χροιά. Στο συγκεκριμένο κομμάτι είναι απλά θεική.