Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Ε. Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;  

Α. Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά. Μίλα μου και αυτό να ακούγεται γιατί δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις, με ενδιαφέρει η φωνή σου. Αυτό με λυτρώνει και αυτό ανέχομαι. 

Ε. Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Α. Τις κλείνει και τις ανοίγει; Αυτό σίγουρα μπορεί και το κάνει.  Η τέχνη θα μας πάει βαθιά. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση κι αυτή μας η ψυχαγωγία είναι που μας εξοστρακίζει και μας ξαναχτυπά. Η τέχνη για όσους τη ζουν είναι πολύ σοβαρή για να ‘ναι ανώδυνη.

Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Λουκά Λιάκο

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Ανάσταση: 
οι άλλοι βαρέθηκαν γρήγορα και τότε ήταν που κινδύνεψαν -αυτό το λέω με χαρά- κλείνοντας τη πόρτα πίσω μας κάποιος συνέχιζε να διαβάζει ποιήματά σου και να κλαίει ή τουλάχιστον θυμήσου, πως ήταν ξαπλωμένος και είναι τώρα τόσο σκληρό εσύ να σημειώνεις ένα χαμόγελο, ένα κούνημα του χεριού σου την ώρα που εκείνος άνοιγε το στόμα του καταπίνοντας τη φλόγα όλων των κεριών κι ανακουφίστηκα, προχώρησα άσκοπα στα σκοτεινά και δίπλα σου έτρωγα, το προσευχητάριό μου με δεμένα τα μάτια, διαβάζοντας το χέρι σου κι έμεινα να κοιτάζω, τις ομοβροντίες στον ουρανό, το άνθισμα των μαυροφορεμένων σου αστραγάλων, υποπτεύθηκα, θα με άφηνες κάνοντας αυτό που πέθαινες να κάνεις πάντα, να προτιμάς να αποτυπώνεται το χλωμό σου προφίλ πάνω σε ένα λευκό φύλλο χαρτί, σαν ένα περιστατικό πλάϊ στις γελοιογραφίες -ότι περιγράφω εδώ είναι μέρος- μιας ψευτοπεριφερόμενης σκοτεινιάς δίχως επιτυχία, κι ένα παιδί που σε είδε φώναξε "Μ.Πέμπτη!" εγώ γέλασα, για να κρύψω την αποτυχία μου να σε σκοτώσω στα όνειρά μου -εκείνη που με επισκεπτόταν στα όνειρά μου- κι είχα το ένα μου μάτι άρρωστο -μας φόβισες- και τη καρδιά μου να φτερουγίζει ζωηρά και δήθεν παθιασμένα, χρειαζόμουνα ύπνο, κοιμόμουν, ξυπνούσα, σε μια ίαση πλήρη.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

snuff out

η γυναίκα με το σώμα της 
-οι υποσχέσεις σου- 
μοιάζει με σκυλί σ' ένα παράθυρο και εξαφανίζεται 
-φυσαλίδες στο σκοτάδι- 
πέφτει ξένη με το φως στο πρόσωπό της ικανοποιημένη 
που θα με βρίσκεις να σε περιμένω 
-ξανά και ξανά- 
στην άκρη και κάτω από την άμμο με τους ώμους 
NUDE 
η σκληράδα και να θαφτεί ξεθωριάζει κάνοντας 
με το στόμα μια απόπειρα αγάπης 
-σφύριγμα- 
και με τη γλώσσα ασύδοτη σαν ένα φάντασμα 
που στηρίζεται στον τοίχο 
-η γυναίκα με το σώμα της αντιμετωπίζει τον τοίχο- 
με εκείνη τη θλίψη του καθρέφτη 
με την οποία δε μπορείς να κλάψεις 
μπορείς ωστόσο 
να δεις τ' αστέρια να πέφτουν στο χωματόδρομο 
γυρνούσαμε σπίτι
-σκοτάδι φιλόξενο οικείο αλλά μόλις λίγο έξω και πέρα- 
το εκεί της αισθάνεται 
υπόγειο χαμηλό δάπεδο THIN it
κουνάει ύποπτα όλο της το υγρό 
ραγισμένο ζελέ κουνιέται γλοιώδες για χρόνια και κάτω 
από την άμμο ξηρό τώρα κι ανάποδα 
-ακριβώς στα δεξιά της- 
στάζει κι αυξάνει μαίνεται 
διαρροή ρήγμα πλάϊ στο παράθυρο όπως και περιγράφεται 
εξακολουθεί να 'ναι πελώριο συμπαγές
στην καρδιά και να φαίνεται 
σφυρίζει μέσα τους μπερδεμένο 
-θα με βρίσκεις να σε περιμένω- 
με κάποιο τρόπο ελεεινό και απαίσιο ρίχνοντας πέτρες 
βάζοντας σημάδι τη γυναίκα με το σώμα της 
-έτσι ονομάζεται αχ το φως πέφτει πάνω σε κηλίδες και σχήματα- 
χειρότερο κι όμως ευγενικό
έτσι είχαμε καταλήξει εκείνη τη νύχτα μακριά σαν τις μύγες 
-μακριά και κατάποση- 
φόβους κάτω στα δέντρα τη νύχτα με σκάβουν 
-κατεύθυνση- 
κι έχω πυρετό φωτιά και περίεργα άδειο στομάχι 
ανακατεύομαι με τα μάτια σου ανοιχτά τετράγωνα δίχτυα 
-αρκεί να περάσουμε έτσι θα σας δούμε όλους για λίγο- 
αλλά για να περάσουμε πρέπει να ουρλιάξουμε 
-διαφυγή άγγελος λάσπη αφού-
σου είπε λόγια λέγοντας σου είπε 
αυτό εδώ αυτό εκεί 
με κίνδυνο να εκτεθεί 
τρόπο να ξεσπάσει δεν έβρισκε 
-τον έρωτά της sonofabitch- 
δε σου λέω μετά από σένα αυτά που έχω δοκιμάσει 
τυφλή μου

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

διάσχιση, της Κατερίνας Ζησάκη

φωτογραφία: Nobuyoshi Araki
ηλίθια. θα σου κόψω τις ρώγες και θα σε βάλω να τις φας. θέλω τόσο πολύ να σου νεκρή στα τριανταπέντε. να ανοιχτό το κρανίο σου. να σου κούφια τα μάτια. έτσι όπως κι έτσι όπως σέρνεσαι μέσα στα τρυπημένα δωμάτια. έτσι όπως καμώνεσαι δρόμο. κατά βάθος υπόγειο. παραδέξου. παραδέξου και δε θα πάθεις τίποτα. κατά βάθος τίποτα. ρωγμές και ξεραμένη ακαθαρσία. και τα βοϊδίσια σου γράμματα. τα γελοία μολύβια. η αστικότατη μούρη σου. η προεξόφληση. η άδαρτη άδαρτη μελαγχολία. ηλίθια. θα σου βγάλω τα μάτια και θα στα βάλω απέναντι να σε βλέπεις. μήπως είδες ποτέ; μήπως κατάλαβες; μπήκες στο κίνημα μονάχα για να μην πεθάνεις. γαμήθηκες για δυο κομμάτια γέλιο. και ήπιες έτσι χωρίς λόγο -ώπα, αυτό δεν είναι τόσο παράταιρο- πού είχα μείνει; πάλι έγραψες; θα σου τον θάψω εγώ τον έρωτα. θα σου το ράψω εγώ το στόμα. και τούτα τα κωλόχαρτα θα ‘ρθει μια μέρα που θα τα κάψεις μόνη σου να ζεσταθείς. έτσι που πάντα που κρυώνεις. κλάψε ναι. στράγγιξε όλο το αίμα. εδώ πάνω στη γλώσσα μου. κλάψε ναι. είχα καιρό να χαρώ. ποια είσ' εσύ; κλάψε
ακόμα. 

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

-Κυριακή-

Ποιό το τραγούδι της άνοιξης; Ας πάμε στα σύνορα δίχως χαρτιά είπες, εκεί το ερμηνεύουν. Η Κυριακή πριν την άνοιξη στεφανώνει τους φονιάδες. Η Κυριακή ύστερα απ' το Σάββατο σημαίνει την απουσία. Βλέπω συνέχεια μπροστά μου αυτό το παιδί με κατεβασμένα τα τσίνορα πλάϊ σε μια αδειανή κούνια. Μετά, ότι και να πεις είναι σωστό. Το ελικόπτερο με τις "ελεύθερες ιδέες" ζαβλακωμένο κάνει κύκλους πάνω απ' τα κεφάλια μας, καταβροχθίζει τον ορίζοντα, κλείνοντάς μας σε περίβολο ασφυξίας. Μετά, ότι και να πεις είναι σωστό. Όπου σωστό πάει να πει, ποτέ μου δε ξέρω τι σκέφτεσαι όταν μιλάς. Η πραγματικότητα είναι πια μανιασμένη. Όλα θα πάνε καλά. Να τα νησιά που μας μεγάλωσαν σου λέω μ' ένα ύφος αδιαφορίας. Κυριακή είναι οι λέξεις που μας συντροφεύουν όταν πάμε βαθιά. Ωστόσο, με τι μοιάζουν οι υπόλοιπες μέρες; Λίγο με νοιάζει. Κοιτάζω με πείνα τα νύχια μου. Ποιο ζώο ρωτάει ακόμα ποιος είσαι; Η άνοιξη σαν εισβολή, πάντα κι αιώνια, στην εξωτική της ατιμωρησία. Να σε κρατώ είναι βάρβαρα, οι νύχτες, τ' αστέρια. Η θάλασσα. Ο πολιτισμός των πνιγμένων. Κυριακή χτυπάς και μαχαιρώνεσαι. Του κάκου. Δε πεθαίνουμε. Μόνο κατασκοπεύουμε. Θάνατο. Δεν είμαστε θύματα, δεν είμαστε δολοφόνοι. Ρωτώ και ξαναρωτώ, τί βλέπεις; τί είσαι; τί είμαι; Τί ν' απαντήσεις σε μια εύκολη ανατομία, σε μια περιγραφή αποτυχημένη. Άνοιξη. Όπως η θερμοκρασία θα ανεβαίνει δε θα 'χουμε φίλους, μόνο φιλαράκια και μια συμπαντική χαύνωση που θα 'παιρνες όρκο, πως θα κρατήσει πέρα απ' το καλοκαίρι.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Πωλ Βαλερύ


Μακάρια αφήνομαι στο κατηφόρισμα όλη,
μέσα στους μαύρους μάρτυρες, με χέρια σκοτωμένα
σε μύριες που ψελλίζονται λέξεις χωρίς εμένα...
Κοιμήσου, φρονιμάδα μου, κοιμήσου. Απουσιάσου,
στις ρίζες και στη σκότινη, γύρν' αθωότητά σου.
Στα φίδι' αφήσου ζωντανή, στους θησαυρούς... Κοιμήσου,
κοίμου πάντα! Σκαλί-σκαλί κατέβαινε, κοιμήσου...

(Το δαχτυλίδι... η πύλη νά... που η γάζα τη διαβαίνει.
 Γρούζει το στήθος... Μέσα του, το παν γελά, πεθαίνει...
 Πίνει στο στόμα σου πουλί και δεν το βλέπεις... Κύλα,
 Μίλα σιγά... Μαύρη πολύ, δεν είναι δα η μαυρίλα...)


Πωλ Βαλερύ, η Νεαρή Μοίρα, απόσπασμα
μτφρ: Αναστάσιος Γιανναράς, Πλέθρον, 1979