Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Κώστας Σοφιανός...Έχοντας πάθη έκανα λάθη . . . Τώρα λανθάνω απαθής ξένε στο χώμα που πατείς.

ΕΝΑ ΠΡΩΙ ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ

Κάτι βαθύ
σκέφτετ’ η θάλασσα,
κι ακινητεί.
– Της πέταξα μια πέτρα
κι άλλη μία
δεν ταράχτηκε˙
μόνο τις τράβηξε αργά πέρ’ απ’ την όραση
κ’ έκλεισε πάλι. –
Παράξενη ησυχία-απειλητική.
Τίποτα δεν κινείται.
Μόνο τα βότσαλα
αδιόρατα ριγούν
και μυρμηγκιάζουν,
λες κι ακουμπάει
τα λεία πρόσωπά τους
κάτι κακό και σιχαμένο κι όλο χνούδι,
και τα φύκια,
πατημένα ανασαίνουν,
μισά χλωρά, μισά γιομάτ’ αλάτι,
σαν τα μαλλιά του πεθαμένου
που μεγαλώνουν λίγο ακόμη.
Ανεξήγητο τοπίο.
Αβάστακτος κόσμος, ορυκτός,
πάμε να φύγουμε, ψυχή μου.


ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

Δόξα
και μνήμη
της σκονισμένης πέτρας,
βροχή Ιουλίου
π’ ανασύρεις τα χρώματα
και δείχνεις
πόσο πιέζονται τα ορυκτά ώσπου να γίνουν!
…Απρόβλεπτο νερό
ξέπλυνε κ’ εμένα
από τη σκόνη των ματαιώσεων˙
κάνε
να λάμψουν μέσα μου
όσα προδίδω.


ΗΡΩΔΕΙΟ

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)

Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας  φταίει η κοινωνία ; !»

Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για  α  ν  α  ρ  χ  ί  α.