Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953-2003)

"Η γνωστή ηρεμία του, η ψυχραιμία του δεν ταράχτηκε, όμως σίγουρα συνέβη κάτι στο εσωτερικό του προσώπου του, λες και ο φακός με τον οποίο παρατηρούσε, δε τον εξυπηρετούσε πια κι αποφάσισε να τον αλλάξει, με μια επιχείρηση που διαρκούσε λιγότερο από κλάσμα του δευτερολέπτου, όμως στη διάρκειά της, υποχρεωτικά, το βλέμμα του έμενε γυμνό ή άδειο, πάντως οπωσδήποτε μη απασχολημένο, διότι ένας φακός έμπαινε και ο άλλος έβγαινε και δεν ήταν δυνατό να γίνουν ταυτόχρονα οι δύο αυτές επιχειρήσεις, και σ' αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου, το πρόσωπό του ήταν άδειο ή άδειαζε, με εκπληκτική ταχύτητα όπως, ας πούμε με τη ταχύτητα του φωτός, και το άδειασμα του προσώπου του ήταν ολοκληρωτικό, περιελάμβανε τα μαλλιά και τα δόντια, αν και οι λέξεις μαλλιά και δόντια δεν έλεγαν τίποτα σ' αυτή την άδεια όψη, οι ρυτίδες, οι φλεβίτσες του κρανίου, οι πόροι, όλα άδειαζαν, έμενε χωρίς προστασία, όλα έπαιρναν διαστάσεις τέτοιες που είχαν ως μοναδική απάντηση, κατά πάσα πιθανότητα και όχι σίγουρα, τον ίλιγγο και τη ναυτία."
2666

Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος

"Έτσι λοιπόν τα παιδιά φαντάσματα διέσχισαν την κοιλάδα και γκρεμίστηκαν στην άβυσσο. Ένα σύντομο πέρασμα. Και το τραγούδι τους, το τραγούδι φάντασμα ή ηχώ από το τραγούδι φάντασμα, πού είναι σαν να λέμε η ηχώ του τίποτα, συνέχισε να πορεύεται στον ίδιο βηματισμό με αυτούς, ήταν το βήμα της τόλμης και της μεγαλοψυχίας τους, που ηχούσε στα αυτιά μου. Ένα τραγούδι που μόλις ακουγόταν, ένα τραγούδι πολέμου και αγάπης, γιατί τα παιδιά σίγουρα πήγαιναν στον πόλεμο, όμως συνάμα θυμούνταν τις θεατρικές και μεγαλειώδεις πράξεις της αγάπης. Μα τι λογής αγάπη μπόρεσαν να γνωρίσουν αυτοί, σκέφτηκα όταν η κοιλάδα απέμεινε έρημη και μονάχα το τραγούδι τους εξακολουθούσε να αντηχεί στα αυτιά μου. Την αγάπη των γονιών τους, την αγάπη των σκυλιών και των γάτων τους, την αγάπη των παιχνιδιών τους, αλλά προπαντός την αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλον, τον πόθο και την ηδονή."
Φυλαχτό 

Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος

Η Ελληνίδα
Είδαμε μια γυναίκα μελαχρινή να κατασκευάζει την απόκρημνη ακτή.
Όχι παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο, έτσι χτυπημένη απ τον ήλιο. Όπως
Τα πληγωμένα βλέφαρα του θεού, το προμελετημένο παιδί της δικιάς μας
Ατέλειωτης παραλίας. Η Ελληνίδα, η Ελληνίδα
Επαναλάμβαναν οι πουτάνες της Μεσογείου, η αύρα
Η μεγαλειώδης: αυτή που αυτοκατευθύνεται , όπως μια φάλαγγα
Από μαρμάρινα αγάλματα, στιγματισμένα από αίμα και βούληση,
Σαν σχέδιο διαβολικό και χαρωπό στηριγμένο από τον ουρανό
Κι από τα μάτια σου. Απορριγμένη από τις πόλεις και τη Δημοκρατία,
Όταν πιστέψω πως όλα είναι χαμένα τα μάτια σου θα εμπιστευτώ.
Όταν η συμπονετική μας ήττα μας πείσει για το άχρηστο
Που είναι να συνεχίζεις μαχόμενος, τα μάτια σου θα εμπιστευτώ.

 

Ανάσταση
Για το Ρομπέρτο Μπολάνιο Άβαλος
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ένας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.


Μετφρ.-επίμετρο στα ποιήματα: Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez (αναδημοσίευση από το Ποιείν) http://www.poiein.gr/archives/26039