Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Μιγκέλ Ερνάντεθ...σύντροφε της ψυχής μου νωρίς τόσο

(Στην Οριουέλα, το χωριό του και το δικό μου,
μου πέθανε σαν από κεραυνό
ο Ραμόν Σιτζέ, που τόσο τον αγαπούσα.)


Ελεγεία 

Θέλω κλαίγοντας να ‘μαι ο περβολάρης
της γης που τόπο πιάνεις και λιπαίνεις,
σύντροφε της ψυχής μου νωρίς τόσο.


Τρέφοντας με βροχές, με σαλιγκάρια
κι αρμόνια έναν χωρίς όργανο πόνο,
στις αποκαρδιωμένες παπαρούνες

μον’ την καρδιά σου για τροφή θα δώσω.

Τόσος ο πόνος που σωρεύει το πλευρό μου,
που απ’ τον πόνο μου πονάει ως κι η ανάσα.


Σκληρό ένα ράπισμα, χτύπημα πάγος,
μια τσεκουριά αθέατη και του φόνου,
μια άγρια σπρωξιά σ’ έχει τσακίσει.


Έκταση δεν υπάρχει πιο μεγάλη απ’ την πληγή μου,
κλαίω την τύχη την κακή μου κι όσα φέρνει
και νιώθω πιο πολύ το θάνατό σου απ’ τη ζωή μου.


Βαδίζω πάνω σε χωράφια πεθαμένων,
με κανενός τη ζέστα και την παρηγόρια
πάω από την καρδιά στα βάσανά μου.


Νωρίς σήκωσε ο θάνατος φτερούγες,
νωρίς ξημέρωσε και το ξημέρωμα,
νωρίς είσαι απ’ το χώμα κυλισμένος.


Δεν συγχωρώ τον έρωτα στο θάνατο,
δεν συγχωρώ και τη ζωή απρόσεχτη,
δεν συγχωρώ τη γη ούτε το τίποτα.


Μια θύελλα σηκώνω μες στα χέρια μου
αστραπές, πέτρες, κοφτερά τσεκούρια
με δίψα από καταστροφές και πεινασμένη.


Θέλω τη γη ν’ ανασκαλέψω με τα δόντια,
θέλω τη γη να τη χωρίσω μέρη μέρη
με δαγκωνιές ξερές και φλογισμένες.


Θέλω τη γη να ορυχέψω ώσπου να σ’ έβρω
και το ευγενές κρανίο σου να φιλήσω
και να σε ξεφιμώσω να σε φέρω πίσω.


Θα ξαναρθείς στο περιβόλι στη συκιά μου:
απ’ τα ψηλά των λουλουδιών τα ικριώματα
θα κυνηγήσει πάλι η μελισσουργός ψυχή σου

αγγελικά κεριά κι ωραίους κόπους.

Θα ξαναρθείς στων οργωμάτων το νανούρισμα
απ’ τους αγρότες τους ερωτευμένους.


Χαρά θα δώσεις στο σκοτάδι των φρυδιών μου,
και το αίμα σου θα παν σε κάθε μέρος
με τη μνηστή σου οι μέλισσες φιλονικώντας.


Και η καρδιά σου, πια βελούδο ζαρωμένο,
καλεί από κάμπο μυγδαλιές αφρό γεμάτο
αυτή μου τη φωνή του ερωτευμένου.


Στις φτερωτές ψυχές των ρόδων
της πιο όμορφης αμυγδαλιάς σε περιμένω,
κι έχουμε για πολλά να κάνουμε κουβέντα
σύντροφε της ψυχής μου, σύντροφε.





  Απουσίες, 6 ποιήματα




Μαύρα μάτια μαύρα.

Ο κόσμος ανοιγόταν
πάνω στα βλέφαρά σου
με μαύρες αποστάσεις.

Βλέμμα χρυσωμένο.

Ο κόσμος εκλεινόταν
πάνω στα βλέφαρά σου
τα βροχερά και μαύρα.

***

Στο βάθος του άντρα
ταραγμένο νερό.

Στο νερό το πιο καθάριο
τη ζωή θέλω να δω.

Στο βάθος του άντρα
ταραγμένο νερό.

Στο νερό το πιο καθάριο
σκιά χωρίς διέξοδο.

Στο βάθος του άντρα
ταραγμένο νερό.

***

Ήρθε με τρεις πληγές:
μια του έρωτα,
μια του θανάτου,
μια της ζωής.

Με τρεις πληγές μας έρχεται:
μια της ζωής,
μια του έρωτα,
μια του θανάτου.

Με τρεις πληγές κι εγώ:
μια της ζωής,
μια του θανάτου,
μια του έρωτα.

***

Απουσία σε όλα βλέπω
τα μάτια σου την καθρεφτίζουν.

Απουσία σε όλα ακούω:
η φωνή σου στην ώρα της ηχεί.

Απουσία σε όλα ανασαίνω:
η ανάσα σου μυρίζει χορτάρι.

Απουσία σε όλα αγγίζω.
Απουσία, απουσία, απουσία.

***

Θλίψη οι μάχες
αν ο έρωτας δεν είναι το κίνητρο.

Θλίψη, θλίψη.

Θλίψη τα όπλα
αν δεν είναι λέξεις μονάχα.

Θλιψη, θλίψη.

Θλίψη οι άντρες
αν δεν πεθαίνουν από έρωτα.

Θλίψη, θλίψη.

***

Τόσα ποτάμια παν στη θάλασσα
όπου δεν λείπει το νερό.

Τόσα κορμιά μαραίνονται
Τόσα κορμιά αγκαλιάζονται.


Νανούρισμα των Κρεμμυδιών



(Το νανούρισμα είναι εμπνευσμένο από ένα γράμμα όπου η γυναίκα του του έγραψε: Τρώμε μόνο ψωμί και κρεμμύδι. Της απαντάει από τις φυλακές του Τορίχος στη Μαδρίτη, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1939: Αυτές τις μέρες τις πέρασα με τη σκέψη κολλημένη στην κατάστασή σου, την καθε μέρα και πιο δύσκολη. Η οσμή από τα κρεμμύδι που τρως μου φτάνει ως εδώ και το μωρό μου θα νιώσει σαν προσβολή να θηλάζει και να παίρνει χυμό κρεμμυδιού αντί για γάλα. )

Το κρεμμύδι είναι πάχνη
κλειστή και φτωχή.
Πάχνη για τις ημέρες σου
και τις δικές μου νύχτες.
Πείνα και κρεμμύδι,
μαύρος πάγος και πάχνη
στρογγυλή και μεγάλη.

Μες στην κούνια της πείνας
το μωρό μου βρισκόταν
Με αίμα από κρεμμύδι
τρεφόταν.
Το δικό σου όμως αίμα,
αχνισμένο από ζάχαρη,
κρεμμύδι και πείνα.

Μελαμψή μια γυναίκα
σε σελήνη διαλύεται
χύνεται κλωστή κλωστή
πάνω στην κούνια.

Γέλα, μωρό μου,
τη σελήνη σου φέρνω
όταν είναι ανάγκη.

Κορυδαλλέ του σπιτιού μου
γέλασε πολύ.
Ειν' το γέλιο στα μάτια σου
το φως του κόσμου.
Γέλασέ μου τόσο
που η ψυχή μου στο άκουσμά σου
να φτερουγήσει στο διάστημα.

Το γέλιο σου μ' ελευθερώνει
μου βάζει φτερά.
Μοναξιές μου παίρνει
φυλακές μου ξερριζώνει.
Στόμα που ίπταται,
καρδιά που στα χείλη σου
βγάζει αστραπές.

Το σπαθί ειν΄το γέλιο σου
το πιο νικηφόρο,
νικητή των ανθών
και των κορυδαλλών.
του ήλιου αντίμαχε.
Των οστών συνέχεια
και του έρωτά μου.

Η σάρκα πεταρίζει,
απρόβλεπτο το βλέφαρο,
το ναζεις όπως ποτέ
χρωματισμένο.
! Κάθε που καρδερίνα
πετάγεται, φτερά παίρνει,
απ΄το κορμί σου!

Ξύπνησα από το να 'μαι παιδί:
ποτέ να μην ξυπνήσεις.
Θλιμμένο έχω το στόμα:
να γελάς πάντοτε.
Πάντα στην κούνια
υπερασπίζοντας το γέλιο
φτερό το φτερό.

Να ' σαι από πτήση τόσο ψηλή,
τόσο απλωμένη,
που να είν' το κορμί σου ουρανός
νεογέννητος.
Αχ κι εγώ να μπορούσα
την αρχή να αναπλέυσω
του δρόμου σου!

Γελάς στον όγδοο μήνα
με πέντε λεμονάνθια.
Με πέντε μικροσκοπικές
αγριότητες.
Με πέντε δόντια
σαν πέντε γιασεμιά
στην εφηβεία.

Συνορό των φιλών
θα είναι αύριο,
όταν στην οδοντοστοιχία σου
θα νιώσεις ένα όπλο.
Θα νιώσεις μια φωτιά
τα δόντια να διατρέχει
το κάτω κέντρο ψάχνοντας.

Πέτα μωρό μου στη διπλή
σελήνη του στήθους:
αυτό, θλιμμένο από κρεμμύδι
εσύ, χορτασμένο.
Μη μου γκρεμίσεις.
Μη μου γνωρίσεις το τι τρέχει
κι ούτε αυτό που συμβαίνει.

μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

βιογραφία (πηγή : ispania.gr)
Το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939) σημαδεύτηκε από την αποδυνάμωση των λογοτεχνικών φωνών της χώρας. Πολλοί λογοτέχνες δολοφονήθηκαν ή αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της εξορίας, ενώ άλλοι βρέθηκαν έγκλειστοι σε φυλακές, υπό αξιοθρήνητες συνθήκες, για πολλά χρόνια, όπως ο ποιητής Μιγκέλ Ερνάντεθ, ο οποίος πέθανε στη φυλακή του Αλικάντε, θύμα της καταπίεσης του καθεστώτος του δικτάτορα Φράνκο.
Ο Μιγκέλ Ερνάντεθ γεννήθηκε, στις 30 Οκτωβρίου του 1910 στην Οριουέλα, μια μικρή πόλη στην ανατολική ακτή της Ισπανίας που ανήκει στην επαρχία του Αλικάντε. Ήταν γιος ενός ζωέμπορου και πέρασε την παιδική ηλικία του σε στενή επαφή με την φύση, βοηθώντας τον αδελφό του τον Βιθέντε που δούλευε ως γιδοβοσκός. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων ο Μιγκέλ παρατηρεί προσεκτικά τον κύκλο της φύσης, τις εποχιακές αλλαγές, τη συμπεριφορά των ζώων, τις ιδιότητες των διαφόρων φυτών, το φεγγάρι και τα αστέρια... Αυτό το φυσικό και συνάμα ειδυλλιακό περιβάλλον θα γίνει κύριο θέμα των πρώτων ποιημάτων του. Μόνο για λίγα χρόνια ο Μιγκέλ πάει στο σχολείο, όπου θα σπουδάσει αριθμητική, γραμματική, γεωγραφία και θρησκεία.
Το 1925, σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, πρέπει να εγκαταλείψει τα γράμματα για να επιστρέψει στην παλιά δουλειά του ως γιδοβοσκός. Αλλά παράλληλα, ο Μιγκέλ σπάει τη μονοτονία της ζωής του διαβάζοντας όσα βιβλία πέφτουν στα χέρια του, βιβλία που περιέχουν τα έργα των μεγαλύτερων συγγραφέων της ισπανικής γλώσσας. Μερικές φορές γράφει απλούς στίχους στη σκιά ενός δέντρου. Τα απογεύματα, που κατεβαίνει στην γειτονιά του, γνωρίζει τον Ραμόν Σιχέ και τους αδελφούς Φενόλ, στο αρτοπωλείο των οποίων γίνεται κάθε βράδυ λογοτεχνική συζήτηση. Ο Ραμόν Σιχέ, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Μούρθια, καθοδηγεί τις αναγνώσεις του Μιγκέλ και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει την δημιουργική εργασία του. Ο νεαρός βοσκός κάνει μια μεγάλη προσπάθεια αυτοεκπαίδευσης και διαβάζει τα έργα των συγγραφέων του ισπανικού Χρυσού Αιώνα: Θερβάντες, Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν και Γκαρθιλάσο. Από το 1930, ο Μιγκέλ Ερνάντεθ αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα σε εβδομαδιαία περιοδικά όπως El Pueblo de Orihuela και σε τοπικές εφημερίδες όπως El Día de Alicante. Το όνομά του αρχίζει να γίνεται ξακουστό στις λογοτεχνικές ομάδες όλης της επαρχίας.
Τον Δεκέμβριο του 1931 ο Μιγκέλ Ερνάντεθ φτάνει στη Μαδρίτη με μια συλλογή ποιημάτων, μερικές συστάσεις και μια καρδιά γεμάτη όνειρα. Παρόλο που κάποια λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας ζητούν δημόσια μια θέση εργασίας για τον «γιδοβοσκό-ποιητή», οι μέρες περνούν, τα λεφτά τελειώνουν και ο ποιητής επιστρέφει απογοητευμένος στην Οριουέλα. Το 1933 γράφει το βιβλίο Perito en lunas [Ειδήμων στα φεγγάρια] και συμμετέχει σε πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις στην πόλη του και στο Αλικάντε.
Η δεύτερη απόπειρα του Ερνάντεθ για την κατάκτηση της Μαδρίτης θα γίνει την άνοιξη του 1934. Εκεί ο συγγραφέας Χοσέ Μαρία ντε Κοσίο του προσφέρει μια θέση εργασίας, και ο Μιγκέλ, σιγά-σιγά, θα γίνει μέλος ενός λογοτεχνικού κύκλου, στον οποίο ανήκουν μεγάλες λογοτεχνικές προσωπικότητες όπως ο Λουίς Θερνούδα, η Μαρία Θαμπράνο, ο Μανουέλ Αλτολαγκίρε, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Βιθέντε Αλειξάντρε και ο Πάμπλο Νερούδα, οι οποίοι τον οδηγούν στους δρόμους του σουρεαλισμού και του δείχνουν τις καινούργιες επαναστατικές ποιητικές μορφές, στρέφοντας τον νεαρό ποιητή προς στην ιδεολογία του κομμουνισμού. Ο Μιγκέλ Ερνάντέθ έχει ήδη αποκτήσει λογοτεχνική ωριμότητα. Από εδώ και πέρα θα γράψει τις λαμπρότερες σελίδες της ζωής του.
Η κορύφωση της ποιητικής δράσης του Ερνάντεθ συμπίπτει με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο ποιητής, χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει μέρος για να υπερασπιστεί την Ισπανική Δημοκρατία και μετατρέπει σε όπλο καταγγελίας την λυρική του δημιουργικότητα. Στα μέσα του πολέμου καταφέρνει να ξεφύγει για λίγο για να παντρευτεί στην Οριουέλα την Χοσεφίνα Μανρέσα στις 9 Μαρτίου του 1937. Σε λίγες μέρες ο «ποιητής-στρατιώτης» πρέπει να πάει στο πολεμικό μέτωπο στην Χαέν της Ανδαλουσίας. Ο Ερνάντεθ διαβάζει ποιήματα και εμψυχώνει τους συναδέλφους του στο μέτωπο. Ταξιδεύει συνέχεια και γράφει ασταμάτητα ποιήματα και θέατρο. Όλες αυτές οι δραστηριότητες μαζί με το άγχος του πολέμου θα του προκαλέσουν οξεία εγκεφαλική αναιμία. Δυο ποιητικές συλλογές εξέδωσε εκείνη την εποχή: Viento del pueblo [Άνεμος του λαού] (1937) και Εl hombre acecha [Ο άνθρωπος παραμονεύει] (1939).
Την άνοιξη του 1939, όταν διαπιστώνει την ήττα των Ρεπουμπλικάνων, ο Μιγκέλ Ερνάντεθ προσπαθεί να διασχίσει τα σύνορα προς την Πορτογαλία. Η πορτογαλική αστυνομία, όμως, τον παραδίδει στις ισπανικές αρχές. Αρχίζει τότε μια μακριά πορεία σε πολλές φυλακές της Ισπανίας: Σεβίλλη, Μαδρίτη, Οκάνια, Αλικάντε... όπου πέθανε από οξεία πνευμονική φυματίωση στις 28 Μαρτίου του 1942. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα τριάντα δυο του χρόνια.
Αν και ο Μιγκέλ Ερνάντεθ έγραψε σε ένα ποίημα: «Callo después de muerto» (Σωπαίνω μετά το θάνατό μου), η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής της Οριουέλα συνεχίζει να μιλά μέσα από τα ποιήματά του στις νέες γενιές. Οι νεότεροι κάθε γενιάς δεν παύουν να ανακαλύπτουν σε αυτό τον ποιητή και στο έργο του κάτι που τους μιλάει και αγγίζει την ψυχή τους. Ο Μιγκέλ Ερνάντεθ συνεχίζει να είναι ένας σύγχρονος ποιητής, ίσως γιατί ακόμα υπάρχουν απλοί άνθρωποι που δεσμεύονται να συνεργαστούν μεταξύ τους στην αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου.