Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Αρθούρος Ρεμπώ

" Όταν θεραπεύεις το πληγωμένο φτερό του αετού, γίνεσαι υπεύθυνος για τα νύχια του. "







ΚΑΠΟΤΕ, ΕΑΝ ΕΝΘΥΜΟΥΜΑΙ ΚΑΛΩΣ
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε. 
Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου  -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα. 
Όρθωσα το ανάστημα μου ενάντια στη δικαιοσύνη. 
Τράπηκα σε φυγή. Ω Μάγισσες, Ω Δυστυχία, Ω Μίσος , είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.
Κατάφερα να εξαφανίσω μέσα μου, όλη την ανθρώπινη ελπίδα. Με δρασκέλισμα αθόρυβο, κτήνους βαρύθυμου, έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.
Κάλεσα τους δήμιους για να αφανιστώ, μασώντας τις κάνες των όπλων τους. Επικαλέστηκα τους λοιμούς για να με πνίξουν σ’ άμμο και αίμα. Η Δυστυχία ήταν ο Θεός μου.. Στη λάσπη ξάπλωσα στεγνώνοντας τη σάρκα μου με μιαρό αέρα. Υποδύθηκα τον ανόητο ως του σημείου παραφροσύνης.
Και η άνοιξη μου έφερε το τρομώδες γέλιο ενός ηλίθιου. 
Εντούτοις, όταν ήμουν έτοιμος να κοάξω! Σκέφτηκα στα παλαιά συμπόσια να ψάξω το κλειδί, μήπως και βρω ξανά την όρεξη μου.
Η Φιλανθρωπία είναι το κλειδί. Τούτη η έμπνευση καταδεικνύει ότι ονειρεύτηκα.
« Θα παραμείνεις Ύαινα, και όλα τα άλλα…» κραυγάζει ο δαίμονας που κάποτε με έστεψε με τέτοιας λογής όμορφες παπαρούνες. Ψάξε το Θάνατο με όλες τις κεφαλαιώδεις επιθυμίες σου, και τον εγωισμό σου ολάκερο, και μ΄ όλες σου τις αμαρτίες». 
 Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά: Αλλά, Αγαπημένε Σατανά, σας ικετεύω, μη δείχνεται τόσο ενοχλημένος·  και καθώς αναμένεται μερικά καθυστερημένα σημάδια δειλίας, δεδομένου ότι εκτιμάται σε έναν συγγραφέα την έλλειψη περιγραφικής ή διδακτικής ενόρμησης, σας επισυνάπτω τούτες τις ειδεχθείς σελίδες  από το ημερολόγιο μιας καταραμένης ψυχής.

ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε! 
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι  ευγενείς φιλοδοξίες,  και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες! 
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου.  Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων. 
Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια,  το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! –  Φρικτή ηλιθιότητα. 
Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η  σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.
Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα. 
Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά. 
Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.
Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.
Ακούστε! 
Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς  ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς;  Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.
Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας  – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής. 
-Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.
Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.
Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι! 
Μου πρέπει  μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων! 
Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.
Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.
μετάφραση Γιάννης Αντιόχου
ΧΑΙΡΕ
Φθινόπωρο κιόλας! - Μα γιατί να νοσταλγούμε έναν αιώνιο ήλιο,αν έχουμε αποδυθεί στην ανακάλυψη του θείου φωτός, -μακριά από τους ανθρώπους που θνήσκουν επί των εποχών.
Φθινόπωρο. Η λ
έμβος μου, υψωμένη στις ακίνητες καταχνιές στρέφει προς το λιμάνι της μιζέριας, την πελώρια πολιτεία με το λεκιασμένο από φωτιά και λάσπη ουρανό.
Αχ! Τα σάπια κουρέλια,το μουσκεμένο στη βροχή ψωμί, τα μεθύσια, οι χίλιοι τόσοι έρωτες
που με σταύρωσαν. Δε θα τελειώσει πια λοιπόν, τούτη η βρυκολακιασμένη
βασίλισσα εκατομμυρίων ψυχών και σώματων νεκρών και που θα κριθουν!
Βλέπω τον εαυτό μου, με το πετσί σαρακοφαγωμένο από τη λάσπη και την πανούκλα, με τα μαλλιά και τις μασχάλες γεμάτες σκουλήκια,κι ακόμα πιο μεγάλα σκουλήκια στην καρδιά,
πλαγιασμένο ανάμεσα σε άγνωστους χωρίς ηλικία ή αίσθημα.
Θα μπορούσα να είχα πεθάνει...Φριχτή αναπόληση! Μισώ τη μιζέρια.

Και με φοβίζει ο χειμώνας γιατί είναι η εποχή των ανέσεων!
-Πότε - πότε βλέπω στον ουρανό ακρογιαλιές ατελεύτητες να τις σκεπάζουν έθνη λευκά εν αγαλλιάσει.
Ένα μεγάλο χρυσό καράβι, πάνωθέ μου τρεμίζει πολύχρωμες σημαίες κάτω από τις πρωινές αύρες. Εγώ έφτιαξα όλες τις γιορτές, όλους τουςθριάμβους όλα τα δράματα. Δοκίμασα να εφεύρω καινούργια λουλούδια καινούργια αστέρια, σάρκες καινούριες, καινούριες γλώσσες.
Νόμιζα ότi είχα αποκτήσει δύναμη υπερφυσική. Κι όμως! Πρέπει να θάψω τη φαντασία και τις μνήμες μου! Πάει και η ωραία δόξα του καλλιτέχνη και του αφηγητή!

Εγώ! Εγώ που είπα πως είμαι μάγος ή άγγελος, απαλλαγμένοςαπό την όποια ηθική, αποδίδομαι στο χώμα, αναζητώντας ένα χρέος, και την τραχιά αλήθεια πάνω μου να σφίξω! Χωριάτης!
Με απάτησαν μήπως; Το έλεος είναι ίσως αδέρφι του θανάτου για μένα;
Τελος, θα ζητήσω συγχώρηση που τράφηκα με ψεύδη. Και πάμε!
Μα ούτε ένα χέρι φίλο! Και που ν' αντλήσω βοήθεια;
Ναι, η καινούρια ώρα είναι, τουλάχιστον, πολύ αυστηρή.
Γιατί μπορώ να πω ότι δικιά μου είναι η νίκη! Οι οδόντων τριγμοί,οι συριγμοί του πυρός, οι δυσώδεις στεναγμοί μετριάζονται.Σβήνουν όλες οι ακάθαρτες μνήμες. Οι τελευταίες μου νοσταλγίες
φεύγουν καλπάζοντας - ζήλεια για τους ζητιάνους, τους ληστές,τους εραστές του θανάτου, τους λογής-λογής καθυστερημένους.
- Ω κολασμένοι, αν μπορούσα να εκδικηθώ!
Πρέπει να είσαι απόλυτα σύγχρονος.
Όχι θρησκευτικοί ύμνοι: να κρατήσεις το κερδισμένο βήμα.
Άγρια νύχτα! Το ξεραμένο αίμα καπνίζει πάνω στη φάτσα μου,και δεν έχω τίποτα πίσω μου, μόνο ετούτο το φριχτό δεντράκι!...
Η πνευματική μάχη είναι το ίδιο βίαιη όσο και η μάχη των αντρών.
Όμως το όραμα της δικαιοσύνης είναι απόλαυση για τον Θεό μόνο.
Όμως, είναι παραμονή. Ας δεχθούμε τις ροές της δύναμης και της αληθινής τρυφερότητας. Και την αυγή. οπλισμένοι με μιά φλογερή υπομoνη θα εισβάλουμε στις εξαίσιες πολιτείες.
Τι έλεγα για φίλο χέρι; Ένα σπουδαίο πλεονέκτημα είναι ότι
μπορώ να γελάσω με τους παλιούς ψεύτικους έρωτες,και να σημαδέψω με το όνειδος τα ψευδόμενα ζεύγη
-είδα εκεί κάτω των γυναικών την κόλαση -και θα μου είναι θεμιτό να κατέχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και ένα σώμα.

μετάφραση Γιώργος Σπανός