Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Ασημίνα Λαμπράκου...σ' αυτή τη στάση που έχουν οι τυφλοί σα πρόσωπο...

φωνή κραυγή λυγμός
ένα άδειο κορμί η σιωπή των ανθρώπων η πόλη
η πόλη η σιωπή των ανθρώπων ο δρόμος Αραχώ-
βης ο δρόμος η πλατεία οι φύλακες οι φύλακες οι
φύλακες της πόλης οι φύλακες της πόλης δικάζουν
οι φύλακες της πόλης δικάζουν όποιον δεν είναι
ίδιος μ’ αυτούς το βλέμμα τους φυλακίζει την εικόνα
μου κρέμονται στη φόδρα του φορέματος ακινητο-
ποιούν το κινητό στ’ αφτί μου στήνουν αφτί στα
λόγια μου το βήμα μου ακολουθούν στο ρυθμό
μου πατινάρουν η αμηχανία μου δραπετεύει από
το υπόγειο νοτιοανατολικό μου βλέμμα καθηλώνε-
ται στην άκρη των ποτών τους μετεωρίζεται στην
κάπνα των τσιγάρων τους χάνεται στη στροφή το
δέντρο η καρδιά της πόλης η στροφή η στροφή
εξουσιάζει τον δρόμο στεγνός ο αέρας ο άνεμος δει-
λός άνθρωποι κουβέντες τραπέζια ο δρόμος η
Ελλάδα των καρτ ποστάλ και των εσωτερικών δια-
δικασιών ανασκαλεύει στα όρια δύο καθέτων τις
ορμές της η φωνή η φωνή απλώνει χέρι μίμηση
πράξης εξαθλίωσης βοηθήστε με που… το αίτημα
υποβάλλεται το αίτημα αποβάλλεται η φωνή μηρυ-
κάζει λόγια οργής δήθεν δήθεν οργή δήθεν λόγια
μίμηση πράξης εξαθλίωσης χάνεται στη στροφή ο
δρόμος ο δρόμος ένας υπόνομος η σκιά ο λυγμός
βγαίνει από το σκοτάδι δεν έχει πρόσωπο δεν έχει
μορφή δεν έχει χέρια είναι σκιά δώστε μου κάτι…
ένα άδειο κορμί ο υπόνομος η άλλη φωνή η αγωνία
η φωνή γαντζώνεται στη ψυχή μου λαιμητόμος της
συνείδησης μου η κραυγή το γέλιο κρυσταλλώνεται
σπάει σε κομμάτια ο υπόνομος το ρουφά το κεφάλι
μου κόβεται κυλάει στη σχάρα σφαχτάρι η χαρά να
χαθώ να χαθώ ο κάδος σκοτάδι το σύνθημα σκο-
τάδι η γωνία φως λιγοστό Αραχώβης να σηκωθώ
να σηκωθώ να σηκωθούμε ένα άδειο κορμί η
σιωπή των ανθρώπων η πόλη ._


οι απέναντι .

ως εγωισμός μετρήθηκε
η έγνοια
για το ευτελές του δωματίου μέγεθος
και το βρώμικο των τοίχων
όταν ο φακός 
συνέλαβε
τους απέναντι .


έσω εξορία...

...είναι αυτός ο πόνος στο υπογάστριο που ακινητεί

το νου και νεκρώνει τη σκέψη μου
τα μάτια της γάτας που μεγαλώνουν στο σκοτάδι
και με καλούν
τα παιχνίδια της
ο καιρός που χαμηλώνει κι ο θόρυβος από την
οικοδομή που σου τραβάει την προσοχή
έσω εξορία είναι οι σκέψεις που γεννιούνται μέσα
σου κλωτσώντας χαλίκια
οι δουλειές του νοικοκυριού που σε περιμένουν
η συναίσθηση του καθήκοντος
τα καθήκοντα
ο χρόνος αμνημόνευτος από γεγονότα
ο έρωτας
τα σφυριά που καρφώνουν τις απόψεις στον τοίχο
του χαρακτήρα σου
η δολιότητα της αναμονής
η βροχή που σταλάζει ελπίδα
η ελπίδα
η αγάπη που εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο
η μανία σου να αφήνεις τον τόπο
λουσμένο με φως ._


μελέτη περίπτωσης


Κι αν δεν ρωτάς Έτσι εκτυλίχθηκαν τα πράγματα Μια

από εκείνες τις νύχτες του περασμένου μήνα Που η
υγρασία εγκλώβιζε τα συναισθήματα στα κατώτερα
στρώματα της ατμόσφαιρας Στερώντας τους τη δυ-
νατότητα της διασποράς Βρήκε ένα σωρό σκουπίδια
Κι έκρυψε κάτω από τον όγκο τους το κορμί της Μο-
ναδική διαφυγή – Παιδιόθεν καταβολή – Η γάμπα
της μετέωρη στο αναποφάσιστο της φύσης Δειλή μια
βροχούλα Λάσπωσε τα σκουπίδια και τη γάμπα Μο-
νάχα ένας περαστικός άστεγος Διέκρινε το σημάδι
Και βάλθηκε Όχι από καμιά λαιμαργία να πουλήσει
τη γόβα για μιας πεντάρας παρόν Αλλά από ένστικτο
κάποιο αναπτυγμένο στα καλέσματα που ψιθύριζαν
Δίχως να φωνάζουν “βοήθησέ με” Κι έσκαψε Μ’ έναν
κόπο ανώφελο που δεν μπορούσε εξ αρχής να εκτι-
μήσει σαν τέτοιο Κι όπως εκπλήρωνε το σκοπό του
Σε κάθε του νυχιά βογκούσε ο δόλιος σε όσα τού
αποκαλύπτονταν Σκισμένο το γερασμένο της υπο-
γάστριο Λευκό Γεννούσε σατανάδες κι άλλους διαό-
λους πηγμένους σ’ αίμα μαύρο σκοτωμένο Και κάτι
σπόρους δίχως γέννα μέσα τους Άδειους, στέρφους
Κι οι ποντικοί των σκουπιδιών Αντί να φεύγουν στη
θωριά του Ξεθάρρευαν κι αναιδείς πλησίαζαν Στης
καρδιάς τ’ άνοιγμα να ρουφήξουν ότι ανάβλυζε Που
σα μέλι έμοιαζε μ’ είχε χρώμα βυσσινί του μούρου
και τον έκανε ν’ αμφιβάλει Και τα χέρια της αγκυλω-
μένοι οι όμορφοι καρποί της σ’ αυτή τη στάση που
έχουν οι τυφλοί σα πρόσωπο θέλουν να χαϊδέψουν
να το αισθανθούν αφού δε βλέπουν μόνο... δίχως τη
ψυχή τους… σε μια κίνηση τελικά άγνωστή του Και
που να ήξερε ο άμοιρος ποιαν φρικτή φυλακή ζω-
γράφιζαν τα δάχτυλα Μια έκανε και παραμέρισε τα
βρεγμένα της μαλλιά Κι αυτά κουλουριάστηκαν στη
λάσπη Σα λευκά πέταλα μαδημένου τριαντάφυλλου
Μ’ έναν ύπερο έφηβο και στήμονες σα χορό αρχαίας
τραγωδίας γύρω του Πορσελάνη σπασμένη οι σκέ-
ψεις της Και τα μάτια της δυο σκούρες λίμνες ικεσίας
στο χλωμό της πρόσωπο “βοήθησέ με”, ψιθύρισε Κι
αυτός κατάλαβε μόλις το άσκοπο της πράξης του κι
ευθύς να επανορθώσει πήγε μα πριν… σαν να ’δει-
χναν τα μάτια εκεί ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο και
βρώμικο στα σκουπίδια ανάμεσα Βρώμικα και τα
δικά του χέρια Παραμέρισαν τα περιττά κι έφτασαν
το χαρτί “… μόνο... μη χαθείς τελείως! Μπορεί κά-
ποια στιγμή να σε χρειαστώ…” διάβασε Έπειτα το
έβαλε στη χούφτα της κι άρχισε ευλαβικά να την
σκεπάζει με το σωρό από τα σκουπίδια Μοναδική
διαφυγή άφησε Τη γάμπα της …μετέωρη στο ανα-
ποφάσιστο της φύσης


Η φωνή που ψιθυριστά ζητούσε βοήθεια ησύχασε ._