Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Πάμπλο Νερούδα...“Ενώ εγώ πάω με το νερό που σέρνεις και με σέρνει: νύχτα, κόσμος, αέρας τη μοίρα τους τυλίγουν, και δίχως σου δεν είμαι άλλο πια απ’ τ’ όνειρο σου”


Νεκρή
Αν ξαφνικά δεν υπάρχεις
αν ξαφνικά δε ζεις,
εγώ θα συνεχίσω να ζω.

Δεν τολμώ,
δεν τολμώ να το γράψω,
αν πεθάνεις.

Εγώ θα συνεχίσω να ζω.

Γιατί όπου ένας άνθρωπος δεν έχει φωνή,
εκεί η φωνή μου.

'Οπου δέρνουν τους νέγρους,
εγώ δε μπορώ να είμαι νεκρός.
'Οταν τ' αδέρφια μου θα μπουν στη φυλακή
εγώ θα μπω μαζί τους.

'Οταν η νίκη,
όχι η νίκη μου,
αλλά η μεγάλη νίκη
θα φθάσει,
ακόμα και μουγγός θα πρέπει να μιλήσω:
θα τη δω ακόμα και τυφλός.

Οχι, συγχώρα με.
Αν εσύ δε ζεις,
αν εσύ, αγαπημένη, αγάπη μου,
αν εσύ
είσαι νεκρή
όλα τα φύλλα θα πέφτουν πάνω στο στήθος μου,
θα βρέχει στην ψυχή μου νύχτα μέρα
το χιόνι θα καίει την καρδιά μου,
θα περπατώ με κρύο και φωτιά και θάνατο και χιόνι,
τα πόδια μου θα θέλουν να πάνε όπου εσύ κοιμάσαι,
αλλά θα συνεχίζω να ζω,
γιατί εσύ με θέλησες πάνω απ' όλα τα πράγματα αδάμαστο,
και, αγάπη μου, γιατί εσύ ξέρεις ότι είμαι όχι μόνο ένας άνθρωπος
αλλά όλοι οι άνθρωποι.

Αν με ξεχάσεις
Ένα
θέλω να ξέρεις.
Ξέρεις πώς είν’ αυτό:
Αν κοιτάξω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αν αγγίξω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.
Μα..
Αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς,
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ.. λίγο λίγο.
Κι αν ξαφνικά με ξεχάσεις,
μην ψάξεις να με βρεις
θα σ’έχω ήδη λησμονήσει.
Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη,
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.
Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη..
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει..
Αχ αγάπη μου, δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται.
Μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί..
Η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις, θα είναι μες στην αγκαλιά σου,
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει.

Χαμένα γράμματα
Διαβάζω όλα όσα γράφουν για μένα
σαν να μη τα βλέπω φευγαλέα,
λες και δεν απευθύνονται σε μένα
οι σκληρές ή δίκαιες λέξεις.
Όχι γιατί αρνούμαι να δεχτώ
την καλόπιστη ή την κακόπιστη αλήθεια
το μήλο που θέλουν να μου προσφέρουν
τη δηλητηριασμένη κοπριά που μου ρίχνουν.
Γι άλλο πρόκειται.
Για το δέρμα μου, τα μαλλιά μου,
τα δόντια μου,
ό,τι πέρασα σε στιγμές δυστυχίας
πρόκειται για το κορμί μου και τη σκιά μου.
Γιατί -είναι η δική μου κι η δική τους ερώτηση-
ο άλλος δίχως αγάπη και διάκριση
ανοίγει τη χαραμάδα και με καρφί
μπήγοντάς το
εισέρχεται στον ιδρώτα ή το ξύλο,
στην πέτρα ή την σκιά,
πούσαν η ύπαρξή μου;
Γιατί να θίγει εμένα π΄ απόμερα ζώ
που δεν υπάρχω, που δεν βγαίνω,
δεν ξανάρχομαι,
γιατί τα πουλιά του αλφαβήτου
απειλούν τα νύχια και τα μάτια μου;
Οφείλω να ικανοποιώ τους άλλους ή να υφίσταμαι;
Πού ανήκω λοιπόν;
Πώς υποθηκεύτηκε η δύναμή μου
τόσο που να τη χάσω;
Γιατί πούλησα το αίμα μου;
Ποιοι είναι οι κύριοι
των αμφιβολιών μου, των χεριών μου,
του πόνου, της κυριαρχίας μου;
Κάποτε φοβούμαι να βαδίζω
δίπλα στ' απόμακρο ποτάμι,
φοβούμαι ν΄ αντικρίζω τα ηφαίστεια
που γνώριζα και με γνώριζαν πάντοτε
καμιά φορά επάνω ή κάτω,
μ΄ εξετάζουν τώρα το ύδωρ, το πυρ
σκέφτονται ότι κιόλας δεν λέω αλήθεια,
πως είμαι ένας ξένος.
Έτσι θλιμμένος,
διαβάζω αυτό που κάποτε δεν ήταν θλίψη,
μα θυμός ή προσχώρηση,
ή μήνυμα του αθέατου.
Για μένα αναμφίβολα,
όλες αυτές οι λέξεις
με χώρισαν από τη μοναξιά.
Και πέρασα γρήγορα,
δίχως να πληγωθώ ή ν΄ αρνηθώ τον εαυτό μου,
σαν ν'άσαν γραμμένα γι άλλους
ανθρώπους
που μού μοιαζαν μα απόμακρα,
γράμματα χαμένα.

Η Θάλασσα
Έχω ανάγκη τη θάλασσα γιατί με διδάσκει:
δεν ξέρω αν μου δίνει μουσική η συνείδηση:
Δεν γνώριζε αν είναι κύμα μονάχα ή πλάσμα βαθύ
ή μονάχα βραχνή φωνή ή θαμβωτική εικασία
ιχθύων και καραβιών.
Γεγονός είναι ότι και κοιμισμένος ακόμα
με κάποιο μαγνητικό τρόπο
κυκλοφορώ
στην παγκοσμιότητα των κυμάτων.
Δεν είναι μονάχα τ αλλοιωμένα κοχύλια,
σα ν’ ανάγγελλε κάποιο αργό θάνατο
τρεμουλιάρης πλανήτης,
όχι, με τη λεπτομέρεια ανοικοδομώ την ημέρα,
με μια ριπή αλατιού το σταλακτίτη,
και με μια κουταλιά τον άπειρο θεό.
Διατηρώ ότι με δίδαξε.
Τον αγέρα, τον αδιάκοπο άνεμο, το νερό και την άμμο.
Μοιάζει ελάχιστο για τον νέο
που’ ρθε εδώ να ζήσει με τις πυρκαγιές του,
αυτός ο παλμός όμως που κατερχόταν
κι ανέβαινε στην άβυσσο του,
το ψύχος του γαλάζιου που κροτάλιζε καιγόμενο,
και η στείρωση του άστρου,
μόνο σκοτάδια κρύβεις
κι από το βλέμμα σου, στιγμές
προβάλλει αχτίδα φως
Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στο κύμα που βογκά
στα ωκεάνια μάτια σου
Τα νυχτοπούλια δακρύζουν
κάτω από τα αστέρια
που λάμπουν - όπως η ψυχή μου
να σ’  αγαπάει
Η γη θα καλπάζει
φωτίζοντας τους τάφους
γαλάζια στάχυα
Όταν της γης επλήθυναν οι πόνοι
κι απόμειναν στην αγροτιά τα χερσοχώραφα
τότες εσηκώθεις - άπλωσες γενειάδες
τότες εσηκώθεις - ανέμισες μαστίγια
και πήρες να καλπάζεις σαν άνθος σαν φωτιά

Σκυφτός στο δειλινό
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνια μάτια σου.
Εκεί αποσύρεται και φλέγεται μέσα στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που τινάζει τα χέρια της σα ναυαγός.
Κάνω σινιάλα κόκκινα στα μάτια σου που απουσιάζουν
και κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια ενός φάρου.
Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου, γυναίκα μακρινή, δική μου
κι από το βλέμμα σου αναδύεται καμιά φορά η ακτή του τρόμου.
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα
σ' αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνια μάτια σου.
Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν όπως η ψυχή μου όταν σ' αγαπώ.

 «Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
Χωρίς να πας να κόψεις το μεσημέρι
Σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
Πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,
Χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
Που ίσως άλλοι δε θα δουν να χρυσίζει,
Που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
Σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
Χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
Απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
Καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,
Και από τότε είμαι, γιατί εσύ είσαι,
Και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
Και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.»

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μέσ’ απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέρριτη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τοσηδά και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Απουσία
Σε έχω μετά βίας αφήσει,
είσαι μέσα μου, κρυσταλλένια,
ή τρέμοντας,
ή με ανησυχία, πληγωμένη από μένα,
ή κυριευμένη από αγάπη, όπως όταν τα μάτια σου
κλείνουν μπροστά στο δώρο της ζωής
αυτό που και τώρα και πάντα σου δίνω.

Αγάπη μου,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
διψασμένο και ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
πεινασμένο
και με δάγκωσες και σε δάγκωσα
σαν η φωτιά να δάγκωνε
αφήνοντας πληγές επάνω μας.

Μα περίμενέ με,
φύλαξε για μένα τη γλυκύτητά σου,
Θα σου δώσω ,ακόμη,
ένα τριαντάφυλλο.


βιογραφία (πηγή: americalatina.com.gr)
Ο Πάμπλο Νερούδα θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Ο Νερούδα γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νεφτάλι Ρικάρντο Ρέγες Μπασοάλτο. Σε ηλικία 16 χρόνων αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του σε Πάμπλο Νερούδα για να τιμήσει την μνήμη του Τσεχοσλοβάκου ποιητή Ζαν Νερούδα. Το 1971 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο έρωτας είναι το κεντρικό θέμα πολλών έργων του, για αυτό και το όνομά του έγινε συνώνυμο με την ρομαντική ποίηση. Συγγραφέας, διπλωμάτης, πολιτικός, η ακτινοβολία του Πάμπλο Νερούδα έφθασε σε όλο τον κόσμο.

Το ποιητικό του έργο

Από το ποιητικό του έργο ξεχωρίζουν οι εξής τίτλοι: «Crepusculario», «Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada», «Residencia en la tierra», «Tercera residencia», «Canto general», «Los versos del capitαn», «Odas elementales», «Extravagario», «Memorial de Isla Negra» και «Confieso que he vivido».

Το «Κάντο Χενεράλ»

Ο Νερούδα έγραψε επίσης, ωδές για πιο απλά και στοιχειώδη πράγματα της καθημερινής ζωής. Ο γνωστός Έλληνας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Νερούδα, το «Κάντο Χενεράλ».

Ο πιο γνωστός συγγραφέας της Κολομβίας, Γκάμπριελ Γκαρθία Μαρκέζ, χαρακτηρίζει τον Νερούδα ως τον «μεγαλύτερο ποιητή του 20ου αιώνα». Ο Νερούδα καθιερώθηκε από τα πρώτα κιόλας έργα του. Η συλλογή του, τα «20 ερωτικά τραγούδια και ένα τραγούδι της απόγνωσης», πουλήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα. 

Η πολιτική του δράση

Παρόλα αυτά, η ποίησή του δεν περιορίζεται μόνο στο θέμα της αγάπης. Όταν βρέθηκε στη Βιρμανία, έγραψε το Κατοικία στη Γη (Residence on Earth), για τον χρόνο, τη μεταφυσική, καθώς και για τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως συνέβη σε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους, ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος είχε μεγάλη επίδραση στην ποίησή του.

Το 1943 επέστρεψε στη Χιλή, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε στόχος του καθεστώτος του προέδρου Κονζάλεζ Βιντέλα, επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο αντιμετώπισης των ανθρακωρύχων που απεργούσαν.Το 1949 κατάφερε να φύγει από τη Χιλή και κατευθύνθηκε- εξόριστος πλέον- προς την Ευρώπη.

Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας. Στη ζωή του στο Κάπρι στηρίζεται η ταινία «Ο ταχυδρόμος».

Ο θάνατος του Νερούδα

Ο Πάμπλο Νερούδα προσχώρησε στο κόμμα του Σαλβαδόρ Αλιέντε και τον στήριξε στον προεκλογικό του αγώνα.

Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ο Πάμπλο Νερούδα πέθανε το 1973 λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ που ανέτρεψε την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αγιέντε.

Η κηδεία του ήταν η πρώτη εκδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο στρατιωτικό καθεστώς που απαγόρευσε τα έργα του ποιητή. Η απαγόρευση ίσχυε ως το 1990.