Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Πωλ Κλωντέλ

Ο κλήρος του μεσημεριού (1949)  
απόσπασμα, μτφρ Τζούλια Τσακίρη, εκδ. Το Ροδακιό

"Τ' ορκίζομαι ότι δεν είχε το δικαίωμα,
Να προδώσει, το δικαίωμα να προδώσει, αυτό το αποτρόπαιο μυστήριο αναμεσά μας,
Κάτι σαν μυστήριο!
Ο έρωτας που λένε, όλοι αυτό έχουν στο στόμα τους!
Όμως αυτό που μας κρατάει χωρισμένους, αχ, το γνωρίζεις ποιο είναι αυτό που μας κρατάει χωρισμένους.
Και την απελπισία ενάντια σ' αυτό που μας κρατάει χωρισμένους,
Κάτι σαν λύσσα, κάτι σαν αγανάκτηση ενάντια σ' ότι αρνιέται, ότι χωρίζει, ότι λέει όχι,
Δεν μπορείς με τα φιλιά και με τις δαγκωνιές να το φέρεις βόλτα, μόνο με το σταυρό!
Λέω γι' αυτό το όργανο, κάτι σαν όργανο, που με βλέπεις τόση ώρα να το κατευνάζω!
Τώρα ορίστε, εκείνη έφυγε κι επειδή έφυγε ορίστε που φαντάζεται η τρελλή πως όλα τελειώσανε,
Σαν να μην υπήρχαν ένα εκατομύριο άστρα, τοίχοι δεν υπάρχουνε, υπάρχουν όμως ένα εκατομύριο άστρα γύρω της που φυλάνε σκοπιά."