Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

W. FALKNER, early prose and poetry

Μια Λεύκα

Γιατί τρέμεις εκεί
Μεταξύ του λευκού ποταμού και του δρόμου;
Δεν είσαι κρύα,
Με το φως του ήλιου να ονειρεύεται για σένα·
Και όμως σηκώνεις τα εύκαμπτα και παρακλητικά σου μπράτσα σαν
Για να σχεδιάσεις σύννεφα στον ουρανό που θα κρύψουν την πλαστικότητά σου.
Είσαι ένα νέο κορίτσι
Τρέμοντας στην οδύνη της εκστατικής σου σεμνότητας,
Ένα λευκό κορίτσι κι αντικείμενο
Του οποίου τα ρούχα έχουν παρθεί με τη βία.


Πορτραίτο

Σήκωσε το χέρι σου ανάμεσά μας, στο πρόσωπό σου,
Και σχεδίασε διάφανα τις κουρτίνες των ματιών σου.
Ας περπατήσουμε εδώ, απαλά καλυμμένοι με τη σκιά,
Μιλώντας με προσεκτικές κοινοτοπίες.

Ας μιλήσουμε ανάλαφρα και τυχαία, για την αποψινή ταινία,
Επαναλαμβάνοντας μια σπασμένη συνομιλία, λέξη προς λέξη·
Για τους φίλους, για την ευτυχία. Το σκοτάδι τρομάζει,
Και πάλι ακούμε μια μουσική που κι οι δυο είχαμε κάποτε ακούσει

Τραγουδώντας το αίμα στο αίμα ανάμεσα στις παλάμες μας.
Έλα, σήκωσε τα μάτια σου, το μικρό κομματιασμένο σου στόμα
Έτσι ελαφρύ να κινείται πάνω στο αμυδρό και λευκό του προσώπου σου·
Από απόσταση να μιλά για τη ζωή, βαθιά για τα νιάτα

Κι ωστόσο απλά. Νέα λευκή και περίεργη
Περπατάς δίπλα μου σ' αυτόν τον βαθύσκιωτο δρόμο,
Πάνω στο χέρι μου το μικρό σου στήθος ακουμπά,
Και το γέλιο σου σπάει το ρυθμό στα βήματά μας.

Είσαι τόσο νέα. Και ειλικρινώς πιστεύεις
Πως αυτός ο κόσμος, αυτός ο σκοτεινός δρόμος, αυτός ο ανήλιαγος τοίχος
Που μόλις και φαίνονται, με την ομορφιά που παθιασμένα ξέρεις
Δεν μπορούν να χαθούν, να παγώσουν, ή να πεθάνουν στ' αλήθεια.




W. FALKNER, from early prose and poetry
απόδοση στα ελληνικά: Λουκάς Λιάκος
φωτογραφία: Λουκάς Λιάκος