Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Γκέοργκ Τρακλ

Γκέοργκ Τρακλ, Ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ
μτφρ: Δημ. Στ. Δήμου

Η Μάνα φέρνει το βρέφος στην άσπρη σελήνη
στης καρυδιάς, στης πανάρχαιας κουφοξυλιάς τον απόσκιο,
βαλαντωμένο απ' το χυμό του αφιονιού, το παράπονο της τσίχλας· κι ήρεμα
γέρνει με συμπόνοια μια γενάτη μορφή πάνωθέ τους

σιγά στο σκοτάδι του παράθυρου· και τα παλιά σύνεργα των πατέρων
ρημαγμένα· αγάπη και φθινοπωριάτικο όνειρο.

Έτσι σκοτεινή κι η μέρα του χρόνου, τα θλιμμένα παιδιάτικα χρόνια
που το αγόρι κατέβαινε σιγά στα δροσάτα νερά, στ' ασημένια ψάρια
ηρεμία και πρόσωπο·
όταν χίμιζε πέτρινος μπρος σε μαύρα φαριά αγριεμένα
σε νύχτα γκρίζα ήρθε το άστρο του πάνω του·

ή όταν διάβαινε κρατώντας το παγωμένο χέρι της Μάνας
το φθινοπωριάτικο κοιμητήριο τ' Αγίου Πέτρου το βράδυ
ένα τρυφερό πτώμα κείτονταν στο σκοτάδι του νεκροθάλαμου
και τα κρύα βλέφαρα αυτός ανασήκωσε πάνω του.

Όμως αυτός ήταν πουλάκι σε κλωνάρι ξερό
της καμπάνας ο αχός στον απόβραδο Νοέμβρη
η αταραξία του Πατέρα, ως αυτός κατέβαινε στον ύπνο τη σκοτεινή στριφτή σκάλα.

Ειρήνη της ψυχής. Ερημικό χειμωνιάτικο βράδυ
οι σκοτεινές μορφές των ποιμένων στο παλιό ταλιάνι·
βρέφος στην αχερένια καλύβα· ω πόσο σιγά
βυθίστηκε η μορφή σε μαύρο πυρετό.
Άγια Νύχτα.

Ή όταν απ' το σκληρό χέρι του Πατέρα
ανέβαινε ήσυχα το σκοτεινό Γολγοθά
και στις σκοτεινιασμένες κόγχες των βράχων
περνούσε η γαλάζια μορφή του Ανθρώπου μες απ' το θρύλο του,
κι απ' την πληγή κάτω απ' την καρδιά κυλούσε κόκκινο το αίμα.
Ω πόσο αθόρυβα υψώθηκε στη μαύρη ψυχή ο Σταυρός.

Αγάπη· όταν σε σκοτεινές γωνιές ανελούσε το χιόνι,
ένα γαλάζιο αεράκι φυσούσε φαιδρό μέσα στη γέρικη κουφοξυλιά,
μέσα στης καρυδιάς την ισκιερή σκέπη,
και στο αγόρι σιγά φανερώθηκε ο ρόδινός του Άγγελος·

χαρά· όταν σε δώματα δροσερά αντήχησε μια βραδινή σονάτα
και στα σκούρα δοκάρια
μια γαλάζια πεταλούδα ξετρύπωσε απ' τ' ασημένιο κουκούλι.

Ω το πλησίασμα του θανάτου! Στον πέτρινο τοίχο
ένα κεφάλι χαμόγυρε κίτρινο, βουβό το παιδί,
όταν εκείνο το Μάρτη σώθηκε η σελήνη.

Ρόδινη πασχαλινή καμπάνα μέσα στην κατακόμβη της νύχτας
κι οι ασημένιες φωνές των άστρων
ώστε μια μαύρη τρέλα πέφτει απ' το μέτωπο του βάρυπνου με ανατριχίλα.

Ω πόσο ήρεμο περιδιάβασμα, το γαλάζιο ποτάμι προς τα κάτω,
λησμονημένα αναπολώντας, όταν στα πράσινα κλώνια
σε αφανισμό προσκαλούσε κάτι απόξενο η τσίχλα.

Ή όταν κρατώντας το κοκαλιάρικο χέρι του γέρου
περνούσε βράδυ απ' το ερειπωμένο τοίχος της πολιτείας,
κι εκείνος κουβαλούσε μέσα στο μαύρο μανδύα ένα ρόδινο βρέφος,
στης καρυδιάς τον απόσκιο φανερώθη του Κακού το Πνεύμα.

Ψηλάφισμα στα πράσινα σκαλοπάτια του θέρους. Ω πόσο σιγά
ρήμαξε ο κήπος στη μουντή ηρεμία του φθινόπωρου
ευωδιά και μελαγχολία της γέρικης κουφοξυλιάς
όταν στον ίσκιο του Σεβαστιανού έσβησε η ασημένια φωνή του Αγγέλου.

Γκέοργκ Τρακλ, Ποιήσεις, εκδ. Το Ροδακιό, 1993. Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Μορφές, 1950