Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Βασίλης Λαλιώτης...Μάσενκα

Μάσενκα, πέντε
Nikolai Myaskovsky Cello Concerto Op. 66 in C minor
Η ευτυχία έχει μια θλίψη από παιδιού
που έμεινε ξαφνικά μοναχό μ’ όλα τ’ αστέρια
κι όσο από την ομορφιά μένει αμοίραστο
κυλάει αίμα τοξικό γλυκά στη φλέβα…
Ακούω ακόμα τη φωνή σου: Βάσια, Βάσια
όπως σου φέρνουν μιαν εκπλήρωση επιθυμίας
κι ύστερα: Τί είναι; Τίποτα, τίποτα.
Είναι πολλά τα λόγια που χωράει ένα τίποτα
λίγο πριν φτάσει το τρένο στο σταθμό
που να πονάνε κιόλας σαν ανάμνηση.
Πως σου φυσάω τα μάτια να μην κλάψεις; Έτσι.
*
Μάσενκα, έξη
Ανάμεσα στον ύπνο και σε σένα μια γεύση πικρό
από μικρού παιδιού που ξύπνησε όλο το ερώτημα
του κόσμου και το κρατάει σαν χάδι μια μητέρα…
Πόσο από το σώμα σου άγραφο χαρτί και πόσο
αντίγραφο απόντος πρωτοτύπου θα πενθούν
τα λόγια που θα δοκιμάσω να σου γράψω.
Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας τα φωνήεντα και πάει.
Το σίγμα πί από παλιά σ’ αγαπώ όλο διάψευση
ψιθυρισμένα κιόλας στο αυτί σου από ποιήματα
που οι λέξεις τους σε περιείχαν πριν υπάρξεις.
Από κοντά είσαι γυναίκα που μυρίζεις ύπνο
κι από μακριά απλώς εκπλήρωσις ποιήματος.
*
Μάσενα, ένδεκα
Υπάρχει μια μητέρα που κοιμάται όλων των βροχών
και που ξυπνάει μέσα μας κάθε βροχή. Σε περιέχει.
Φιλιά βρεγμένα ύστερα από τρέξιμο σε στέγαστρα
κάτω από θόρυβο χόρτων λες από νερό κι αέρας
που φυσάει μιαν άγνωστη μορφή προς τη μορφή σου
μια επιθυμία χωρίς όνομα που έψαχνε τ’ όνομά σου.
Μάσενκα, όνομα από βροχή από βλέμματα σε τζάμι
βρεγμένα ρούχα αφημένα από σώμα ένα γυμνό
που έχει στο στόμα γεύση από λευκό βαμβάκι
και που ξοδεύει νύχτα δίψας για πανάρχαιες αγκαλιές
να μεγαλώσει ένα παιδί να ‘ρθει να σ’ αγαπήσει.
*
Μάσενκα, δεκατρία
Οι λύκοι είναι μόνο ζώα που πεινάνε
το χιόνι που τα φέρνει στους ανθρώπους
μα οι άνθρωποι από ομορφιά διωγμένοι
άλλο το χιόνι που τους πάει λύκους της φήμης…
Από δικά μου έξοδα του έρωτα σου ότι είναι
από αέρα χιόνι κι από αέρα νύχτα
είναι το χέρι που τα χείλη σου αγγίζει
μικρό ανάγλυφο σιωπής για όλες τις λέξεις
Μόνος πηγαίνω και γεμάτος τόσο
απ’ όλα εκείνα που γεμίζει η απουσία
θέλω να κλαίω και να μην το δεις που κλαίω
και μη νομίσεις καν για κάποια θλίψη…
Του παραδείσου είναι που έπεσε στον κόσμο
κι εκεί γεννιέσαι με καινούριο κλάμα.
*
Μάσενκα, δεκαέξη
Μετά τον έρωτα με πιάνει κάτι ανεύρετο
από τα παιδικά σου χρόνια μακρινό
κι όλο από ερώτημα. Μα, υπήρξες παιδί;
Πώς υπήρξες, πώς τολμούσες να υπάρχεις
χωρίς καν το βλέμμα μου να σου λιώνει
τα σπλάχνα; Σε ποιό χάδι μητέρας ποιά αγκαλιά
έκλεινες τα μάτια σου χωρίς μια εικόνα μου
όπως αυτή η δίψα μέσα μου που στερεώθηκε
στο πρόσωπό σου όταν σε πρωτοείδα.
Νιώθω μια θλίψη, πως να σου το πω,
που απουσιάζω από τα παιδικά σου χρόνια
γι αυτό σου κάνω έρωτα με μιαν απόγνωση
παιδιού που αναίτια στέρησαν από παιχνίδι.
Ψάχνω το παιδικό σου βλέμμα σ’ ότι κοίταξες
το λαχάνιασμά σου σ’ ότι έτρεξες τη δίψα σου
εκεί που έπινες νερό κι έχω μονάχα εσένα και
λέξεις της απουσίας μου από τα παιδικά σου χρόνια.
*
Μάσενκα, είκοσι τρία
Είναι ανάγκη να εφεύρω πάλι σημασίες
λέξεις τελεστήριες του όρκου από εκεί
που τα κορμιά μας πιάνονται να γίνουν ένα
Είναι αλλιώς το έλα στο ποίημα ή στο σεντόνι
αλλιώς το μέσα μου κι αλλιώς το πάλι
είναι τόσο κοντά στα έργα οι λέξεις τους
που να βλέπεις τη δράση του ποιήματος σε σώμα
και να μη μένει πια κανένα έλλειμμα
έξω από κάτι μυκηθμούς μας απερίγραπτους
που διάβηκαν πολιτισμούς χωρίς πήγματα λέξης
Κάτι από ζώου προς άγγελο κάτι από βλέφαρα
που κλείνουν σε κυνήγι ένα μέσα περιστέρι
που όλο του κάνω λέξεις για να πιάνεται
Αν δεν μου είναι λέξεων εξευγενισμός το σώμα σου
είναι πιο δύσκολο απ’ αλλού ν’ ανέβω στην ευγένεια
Coda
Η συντομοτέρα οδός μεταξύ ποιήματος και έρωτος
είναι ο εξευγενισμός μας των τελεστηρίων λέξεων.
*
Μάσενκα, είκοσι οκτώ
Πες δίψασα τη γεύση σου από δροσερό νερό
σ’ ένα φιλί σου τελευταίο, όπως το κατεβαίνω τώρα
από τα χείλη σου στο ποίημα, και γύρω ο χρόνος
έκανε κράτει μια στιγμή να ξοδευτούνε όλα
με σχεδόν το κέντρο τους σε μας, ο μηχανοδηγός
οι ταξιδιώτες, ένα τοπίο ολόκληρο σταθμού
άφησε να περάσει πριν το τρένο φύγει
άμμος στις ράγες από αεράκι του έρωτα.
Κι ύστερα μόνος μου να σκέφτομαι, και πως ζωή
είναι ένα πράγμα κλεισμένο ανάμεσα σε δυο φιλιά
και πως αυτό σου το φιλί το εσπευσμένο είναι
της αλυσίδας των φιλιών που δόθηκαν στον κόσμο
ν’ ανοίξουν το παρόν προς σε μελλοντικά φιλιά.
Κάπου στον κόσμο κάποιος δίνει ένα φιλί, κάποιος
έρχεται όπου αγαπά ή φεύγει σταματώντας
τη μηχανή του χρόνου σε σταθμούς, όπως εγώ
ζητάω τον ξανακερδισμένο χρόνο ενός φιλιού
αφήνοντας μια μνήμη γεύσης σου σ’ αυτά τα λόγια.
Κορίτσι είσαι τόσο των αποχαιρετισμών, κι άλλο
μη μου καταδεχτείς, όσο απ’ το να έρχομαι.
*
Μάσενκα πριν τον έρωτα είσαι δίψα και μετά ένα παρά-
θυρο που βλέπεις τη βροχή, ανάβω ένα τσιγάρο μες στη
νύχτα…Κάπου φυσάει ο χρόνος έρχονται, άλογα γεγο-
νότα είναι, μα το ποίημα τα θέλει άλογα με οπλές που
θερίζουν ανθρώπινα κεφάλια. Μάσενκα σ’ αγαπώ και τε-
τελειώνει ο κόσμος μας.
*
Μάσενκα είναι το όνομα μιας γης που δεν γνωρίζει θάλασσα. Το νερό είναι γλυκό. Υπάρχει μια λίμνη. Ένα ποτάμι. Ένα αγρόκτημα. Κι ένας σιδηροδρομικός σταθμός. Τις παρουσίες όλες τις διαποτίζει μια αναπόφευκτη μελλοντική απουσία. Είναι όλοι απόντες εντός του μέλλοντός τους. Έχει αέρα στα χόρτα και φιλιά. Η Μάσενκα είναι φτιαγμένη από ύπνο. Κι από ανάγνωση Ρωσικού μυθιστορήματος. Είναι μια αναπαυτική καρέκλα σε αγρό με πεσμένο δίπλα της ένα βιβλίο. Είναι ο έρωτας ημερών με τη βαθειά συναίσθηση πως θα τελειώσουν για να δώσουν μιαν ανάμνηση. Υπάρχει ένα εγώ που ακούει στο όνομα Βάσιας. Θέλει και δεν θέλει το όνομα ποιητής. Ακολουθεί τη Μάσενκα κατά πόδας σε σιωπηλούς περιπάτους. Ονόματα δέντρων, ανθισμένες πλαγιές, ταπεινά χόρτα πατημένα από τα πόδια του γίνονται εκφράσεις χλοερές για έναν έρωτα. Που διατάζει ανάμεσα στη γυναίκα τη γη και τη γλώσσα. Υπάρχει ακόμα το τρένο. Με μια σκηνή αποχαιρετισμού που αναβάλλεται σε επάλληλες σκηνές αποχαιρετισμού. Από εκεί έρχεται ο μακρινός χρόνος των πόλεων. Και ο ατμός από το τέλος των παιδικών χρόνων. Μάσενκα είναι ένα όνομα. Η σκηνή με το χυμένο γάλα στο τραπέζι. Τα σταματημένα σκυλιά και τα άδεια χέρια τα σταυρωμένα για κείνον που φεύγει. Μάσενκα είναι μια τουφεκιά στο δάσος. Ένα πέταγμα πουλιών που ακολουθεί το βλέμμα μας. Με λίγο άγραφο ανοιχτό στην τελική εκδοχή των κειμένων. Μάσενκα είναι η εκτύλιξη ενός κόσμου μοναχά για να μιλήσω πάλι για σένα.