Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Γυμνό Γεύμα (1959)

Ξέρω πως τούτος εδώ ο γιατρός κόβει βόλτες μουρμουρίζοντας ένα σκοπό που τον κολλάνε όσοι περνάνε δίπλα του. Είναι τόσο μουντός κι ανώνυμος σαν φάντασμα που δεν τον βλέπουν καν και νομίζουν πως ο σκοπός βγαίνει μέσα από το δικό τους το κεφάλι. Κι έτσι οι πελάτες πιάνουνε σήμα τα Χαμογελάκια, το Ήρθε η ώρα να σ' αγαπήσω, ή το Λένε πως είμαστε μικροί να κάνουμε δεσμό ή όποιο άλλο παίζει τέλος πάντων εκείνη την ημέρα. Μπορείς καμιά φορά να δεις μέχρι και πενήντα κουρελήδικα πρεζόνια να γογγύζουν άρρωστα και να τρέχουν πίσω από ένα αγόρι με μια φυσαρμόνικα, και ιδού το Πρόσωπο, Η Άκρη, καθισμένος σε ψάθινο σκαμνάκι να ταΐζει ψωμί τους κύκνους , μια χοντρή σοβαντισμένη αδέρφω που βγάζει βόλτα στους ανατολικούς πενήντα δρόμους το Αφγάνι της, ένας γερο-μπεκρής που κατουράει κάτω απ' την ταμπέλα του υπέργειου, ένας αριστερός Εβραίος φοιτητής που μοιράζει προκυρήξεις στην Ουάσινγκτον Σκουέαρ, ένας δεντροτόμος, ένας απολυμαντής, ένας φλώρος διαφημιστικής στου Νέντικ όπου φωνάζει τον τύπο πίσω από τον πάγκο με το μικρό του όνομα. Το παγκόσμιο δίκτυο των πρεζάκηδων, συντονισμένοι στο ταγκισμένο κορδόνι μιας παχιάς, με το μπράτσο σφιχτά δεμένο μέσα σε δωμάτια επιπλωμένα, να ριγούν από τη πρωινή χαρμάνα. Στην Υεμένη, το Παρίσι, την Πόλη του Μεξικού και την Ισταμπούλ-καθώς ριγούν απ' τα τεντώματα, καθώς τραντάζονται απ' τις σφυριές των κομπρεσέρ και της ατμοκίνητης φαγάνας, ουρλιάξανε πρεζάκικες βλαστήμιες ο ένας στον άλλον, που κανείς μας δεν άκουσε, και το Πρόσωπο έσκυψε έξω από έναν παλιό οδοστρωτήρα που περνούσε κι εγώ έγινα, απλώνοντας προς τη μεριά του τον κουβά της πίσσας.