Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Φρίντα Λιάππα

Κάθε πράξη γραφής ενέχει ένα είδος ψυχραιμίας, ή αλλιώς, μια μορφή αυτολογοκρισίας. Σου γράφω.



Κωφεύω σε τρισάθλια μπαρ
τραυλίζω μεθυσμένους στίχους
εσύ εκεί
ψάχνοντας τη μνήμη πίσω από επίθετα
αγέρωχος διθυραμβικός έκπληκτος και ανηλεής

τας ευαισθησίας μας
εις τας αγυιάς και τας ρύμας
και εις όλα τα μπαρ της Αθήνας
Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι

Απ' το Τζώννυ Γκιτάρ και τους πειρατικούς σταθμούς. Άλλα λουλούδια της σέρρας δεν γνώρισαν πλην εκείνα που άνθισαν στην οδό Ακαδημίας. Σχέση άλλη δεν ξέρω πάρεξ εκείνη του Μπόγκαρτ και της Μπακώλ του Τσιτσάνη και της Νίνου. Αυτά αγαπώ. Ακριβώς όπως εσύ αγαπάς το μαύρο γάτο σου τη μυστική βροχή το μελαγχολικό πορτραίτο της μητέρας σου και τη θάλασσα καθώς αλλάζει χρώματα.

Λες το ποτάμι αθέατο οι νύχτες γυάλινες
η επιδημία θερίζει τη χώρα λες.
Εξαντλείσαι σε ατέρμονες συνομωσίες σιωπής
φεύγεις τις αυγές για τα νησιά ερειπωμένος
μη ξέροντας πως να γεράσεις
που να βολέψεις αυτή σου την εφηβεία
κοτζάμ μαντράχαλος.
Εντάξει λοιπόν
κράτα την με τα δόντια
τη γαμημένη ευαισθησία σου
και δέστο καλά στο μυαλό σου
κανείς δεν τη χρειάζεται.
Όμως πάλι δε λέω
ίσως έτσι είναι γραμμένο
στον τελευταίο σεισμό της Σαντορίνης
εσύ να σωθείς.

Τα χερουβείμ δεν έχουν ηλικία.