Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Τσέσλαβ Μίλος

Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα…



Ο ενενηντάχρονος ποιητής υπογράφει τα βιβλία του

Πάντως από σας έχω επιβιώσει, ως εχθροί μου!
Πάνω στα ονόματά σας ευδοκιμεί τώρα το βρύο.
Ενώ λάβατε μέρος με ζήλο στο κυνήγι
Του προδότη και του απόβλητου. Το ηθικοποιητικό δράμα διδάσκει
Ότι τελικά θα νικήσει το δίκιο.
Δηλαδή, όχι υποχρεωτικά. Μια καρδιά λίγο πιο αδύνατη,
Κάπως ολιγότερον ανθεκτική, και ήδη ψάλλουν οι αυλοί
Πάνω απ’ το καημένο λαγουδάκι ή το αρκούδι.
Αυτός ο θρίαμβος δεν με κάνει περήφανο.
Απλώς είναι ένα από τα θαύματα
Όπως εκείνα που με είχαν γλυτώσει
Από το στρατόπεδο του Άουσβιτς ή (υπάρχουν στοιχεία)
Από άλλα στρατόπεδα κάπου στη Βορκούτα.
Δεν βλέπω εδώ πέρα καμιά αξία μου.
Η θεία πρόνοια προστατεύει τους βλάκες και τους καλλιτέχνες,
Όπως είπε κάποιος. Σαν μια αποζημίωση
Αφού είμαστε μόνο ένα παιχνίδι
Των μυστικών δυνάμεων, αγνώστων σε όλους,
Και έχουμε μειωμένη τη λογική.
Έχω υπηρετήσει πιστά την πολωνική γλώσσα.
Ανάμεσα σε πολλές γλώσσες είναι για μένα η μοναδική,
Και με καλεί, με διατάζει να την τιμώ,
Διότι την ομιλούν πολλοί πιθηκάνθρωποι,
Οι οποίοι, δεν το κρύβω, μου προκαλούν αηδία,
Μα επίσης πολλά όντα τόσο καλά και άχραντα,
Που οι προσευχές τους θα ’πρεπε ν’ αλλάξουν τον κόσμο.
Τότε η πολωνική είναι μια υποχρέωση,
Και για μερικούς ένα πάθος. Δεν θα την άλλαζα
Για τ’ αριστουργήματα των σοφότερων χωρών.

Είχατε αρκετό δίκιο, ω εχθροί μου,
Που καταλάβατε τις αρχοντικές ψευδαισθήσεις του αλήτη:
Περηφανευόταν, έκανε σε όλους κριτική,
Αντί να ζει μαζί μας, προχωρούσε κατ’ ευθείαν στο στόχο του,
Στη δόξα του, απομονωμένος από την αλαζονεία.

Ναι, όντως έχω γράψει ένα έργο.
Αυτό σημαίνει ότι είμαι ενήμερος,
Πόσο επικίνδυνο είναι το θέμα για την ψυχή.
Αρκεί να εξεταστούν μερικά βιογραφικά.
Οι συνομήλικοί μου: ο Αντζεγιέφσκι, ο Γιέζι,
Ή ο συμπατριώτης μου από το ποτάμι Νιέβαζ
Ο κύριος Βίτολντ Γκόμπρης, δεν ήσαν άχραντοι.
Λοιπόν, όταν το σκέπτομαι, τα πρόσωπά τους,
Τις ιδεοληψίες τους και τα ύπουλα τεχνάσματά τους,
Το φοβερό τους “εγώ”, την ατυχία,
Νιώθω συμπάθεια μα ταυτόχρονα φόβο
Να είμαι ίσως κι εγώ σαν αυτούς,
Να έχω παίξει τον δρυ ενώ ήμουν νεκρό και σάπιο δέντρο;
Τι χάλι. Μα συχωρεμένο.
Διότι προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους
Μάταια νοσταλγώντας το μεγαλείο των προφητών.
Τώρα, στα γεράματά μου, είμαι απέναντι στους μάρτυρες
Οι οποίοι στους ζωντανούς είναι πλέον αόρατοι,
Ομιλώ μαζί τους, τους καλώ με τα ονόματά τους,
Ενώ το χέρι μου υπογράφει τα βιβλία.

μτφ-Πάβεου Κρούπκα, Γιώργος Πετρόπουλος


Ίσως αυτό δεν είναι ποίημα αλλά θα πω τουλάχιστον ό,τι νιώθω. Τώρα που πραγματικά χρειάζεται μια επανάσταση όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί της αδιαφορούν. Την ώρα που η χώρα δολοφονείται και βιάζεται η Ευρώπη αντί ν’ ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για βοήθεια χασμουριέται. Ενώ οι πολιτικοί επιλέγουν την αθλιότητα, καμιά φωνή δεν τολμάει να τη στιγματίσει. Η εξέγερση των νέων που ζητούσαν έναν νέο κόσμο ήταν απάτη, η γενιά εκείνη υπέγραψε τη θανατική της καταδίκη. Ακούει με απάθεια τις κραυγές όσων χάνονται, αφού δεν είναι παρά βάρβαροι που αλληλοσφάζονται



Συμβουλή

Ναι, είν’ αλήθεια το τοπίο άλλαξε λιγάκι.
Εκεί που ήταν δάση, τώρα φυτρώνουν αχλαδιές
τα εργοστάσια,
οι δεξαμενές.
Κοντά στου ποταμού τις εκβολές κρατάμε τη μύτη μας.
Το ρεύμα σέρνει χλώριο, πετρέλαιο κι ενώσεις
μεθυλίου,
Χωρίς να αναφέρουμε τα υποπροϊόντα των Βιβλίων της Αφαίρεσης:
Κόπρανα, κατρουλιά και πεθαμένο σπέρμα.
Στη θάλασσα, μια τεράστια κηλίδα τεχνητού χρώματος δηλητηριάζει
τα ψάρια.
Κι η ακρογιαλιά, σκεπασμένη άλλοτε από βούρλα,
σκουριάζει τώρα με σπασμένες μηχανές, αποκαϊδια, τούβλα.
Στους παλιούς ποιητές διαβάζαμε την ευωδιά της γης
και τις ακρίδες. Τώρα παρακάμπτουμε τους αγρούς:
Πέρνα, όσο πιο γρήγορα μπορείς, μέσ’ από τη χημική ζώνη των καλ-
λιεργητών.
Έντομα και πουλιά εξαφανίζονται. Πέρα μακριά
ένας βαριεστημένος άντρας
σέρνει με το τρακτέρ του σκόνη, μιαν ομπρέλα κόντρα στον ήλιο.
Ρωτάω: Τι νοσταλγούμε; Μια τίγρη; Έναν καρχαρία;
Φκιάσαμε μια δεύτερη Φύση κατ’ εικόνα της πρώτης
για να μην πιστέψουμε πως ζούμε στον Παράδεισο.
Πιθανόν, λοιπόν, σαν ξύπνησε ο Αδάμ στον κήπο
τα θεριά γλείφανε τον αέρα και χασμουριόνταν φιλικά
τα μυτερά τους δόντια κι ουρές τους μαστιγώνοντας τα πισινά τους
ήταν απλώς συμβολικά, κι ο κοκκινοράχης αϊτομάχος
που αργότερα, πολύ αργότερα, ονομάστηκε Lanius Collurio,
δεν παλούκωνε τις κάμπιες στ’ αγκάθια της τσαπουρνιάς.
Πάντως ό,τι γνωρίζουμε για τη Φύση, εκτός εκείνης της στιγμής
δεν είναι υπέρ αυτής. Διόλου χειρότερη δεν είναι η δική μας.
Παρακαλώ, λοιπόν, τέρμα οι θρηνωδίες.

μτφ-Σπύρος Τσακνιάς



Το δαιμόνιον

Ω δαιμόνιον, εδώ και δύο εβδομάδες δεν με επισκέπτεσαι
Και γίνομαι όποιος θα ήμουν πάντα δίχως τη συμπαράστασή σου.
Κοιτώ μες στον καθρέφτη και βρίσκω άχαρο το πρόσωπό μου,
Η μνήμη ανοίγει κι εκεί φόβος μέγας είναι.

Ταραγμένος και δυστυχισμένος άνθρωπος είμαι.
Εντελώς αλλιώτικος θα μείνω στα ποιήματά μου.
Θα ήθελα να προειδοποιήσω τους αναγνώστες, να τους ζητήσω συγγνώμη.
Μα ούτε ξέρω να φτιάξω τούτο το παράπονο.