Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Κατερίνα Ζησάκη... τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα

Μια κραυγή πριν

Φωτιά. Ξανά.
Είμαι δεκαοχτώ, εικοσιεφτά, εκατό. Δεν ξέρω αν θα ζήσω ή γιατί. Δεν πιστεύω τίποτα. Αυτό σημαίνει είμαι ελεύθερος;
Βουίζουν τ’ αυτιά μου από ξύλινα λόγια, παντού υγρασία και σύννεφα ψέματα. Κάπου κάπου εκρήξεις ανοίγουν ρωγμές στο φόβο. Ο σφυγμός πονάει στο λαιμό, παντού εκκρίσεις. Η ιστορία γαμιέται ασφυκτιώντας κι ο οργασμός της κορώνει τη σκέψη.
Για κάποιους η ιστορία είναι μια μαζοχίστρια, ξεφτιλίζεται σε έδρανα, τρώει φτυσιές και κλωτσιές, σβήνει τσιγάρα πάνω της κι έτσι μόνο φχαριστιέται. Για άλλους βογκά ηδονικά δέρνοντας και δολοφονώντας.
Το μεγάλο μας μέλημα.
Κι εγώ είμαι  δεκαοχτώ, εικοσιεφτά, εκατό. Βλέπω τα αγέννητα παιδιά μου καχεκτικά και ξιπόλητα σε μια ερειπωμένη πόλη, είναι πρεζάκηδες, μαφιόζοι ή μπάτσοι και τοκογλύφοι.
Φωτιά. Ω τι παντέρμη ομορφιά! Μια φλεγόμενη τράπεζα χαϊδεύει μέσα μου το βιασμένο αίσθημα δικαίου.
Έντεκα εμπρησμοί, τι ντροπή – τηλεδίκες κι ομαδούλες.
Πεθαίνω.
Τώρα είμαι ο άλλος. Δεν σταματώ. Μια σιδερόβεργα μου σπάει τα δόντια μα το πρωί θα φορέσω το καλό μου τρύπιο κοστούμι, θα πάω να τρίψω πατώματα και θα κλάψω ειρηνικά την αντίδρασή μου. Εδώ οι συγκρούσεις είναι εκτροπές, τα διαγγέλματα ο τρόπος.
Να φωνάξω.
Να ξεσκίσω τα σωθικά μου, να τα μοιράσω κομματάκι κομματάκι στην πουτάνα Αθηνά, στο γαμημένο το Δία ή όπως αλλιώς ονομάζει ο καθένας τις φαντασιακές υποστάσεις όπου στηρίζει την ύπαρξή του. Να εξευμενίσω.
Καίω τα πνευμόνια μου. Δακρυγόνα. Γιατί όμοιέ μου;
Είμαι δεκαοχτώ, εικοσιεφτά. Από εδώ ξεκινώ να παραπαίω στην ιστορική ανυπαρξία για όσο επιβιώσω.
Ακήρυχτος πόλεμος ξέσπασε.
Έσπασε ένα τζάμι. Εκσφενδονίστηκε μια πέτρα, εκπυρσοκρότησε ένα όπλο.
Διερράγη το φάσμα του φόβου και ξεπήδησε φόβος.
Χείλια γελούν αντανακλαστικά. Ματωμένα χείλια. Πολεμοχαρή.
Αρχέγονο επιβίωσης ένστικτο. Σκάβω για βολβούς, σμιλεύω εργαλεία, φτιάχνω μολότοφ.
Είμαι δεκαοχτώ, εικοσιεφτά.
Η ιστορία μου είναι άγραφη, δεν θα με γνωρίσει ποτέ κανείς, είμαι η αγέννητη θλίψη, το αγέννητο μίσος που θα προκύψει από τη συνουσία της ξύλινης πειθούς με την ανάγκη.
Βγαίνω στο δρόμο, η πείνα μου ψάχνει σκουπίδια και η πνευματική μου ανέχεια κρύβεται σε ποπ κι ελαφρολαϊκά αποφόρια που ζέχνουν.
Οι φωνητικές μου χορδές σκίζονται σε κραυγή που προσκρούει σε λιπαρά πρησμένα κορμιά, επιστρέφει και μου τρυπάει τα τύμπανα.
Ακούει κανείς;
Απλώνω τα χέρια.
Να πιαστούμε.
Να χτίσουμε κύκλο.
Να κλείσουμε απ’ έξω τους φονιάδες που με νεκρόφιλα καβλιά αυνανίζονται πάνω από τα ετοιμοθάνατα κορμιά μας.
Είμαστε.
Δεκαοχτώ, εικοσιεφτά, εκατό.
Να πιαστούμε σφιχτά, να χτίσουμε κύκλο, να ζήσουμε, να φτιάξουμε θεμέλια για καινούριο κόσμο, αυτοδιάθεσης, αλληλεγγύης, αλήθειας, μακριά από εξουσίες με σάπια στόματα.
Δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο να πω. Τα αγέννητα παιδιά μου κλαίνε. Τα ακούει κανείς;


μην πεις αύριο


τώρα είναι
δεν το θέλω να περιμένω
τον έρωτα ή το σώμα σου
ή αυτό το ρίγος απ’ τα δάχτυλά σου
όλα πιο τώρα από ποτέ
αν θες να τρέξεις έλα
να τρέξουμε τώρα
να πιάσουμε χίλιους υάκινθους αυτή τη βροχερή ημέρα
μέσα στ’ όνειρο που θα ζωγραφίσουμε
στο μαγικό μας πίνακα των παιδικών εικόνων
και το άδικο
κι αυτό τώρα είναι
περίμενες να ξημερώσει για να χαϊδέψεις τα παιδιά
να παίξεις με τα αδέσποτα σκυλιά και με τον ήλιο
όμως εδώ τώρα είναι
μέρα και νύχτα
κι όποιος πεινάει
όποιος κοιμάται στο δρόμο
όποιος πεθαίνει και προσπέρασες
όλα είναι τώρα
τι περιμένουμε
ο κόσμος καταποντίζεται τώρα
η φωνή καιρό ακονισμένη
να φωνάξουμε τώρα
και να δώσουμε τώρα
να αγγίξουμε τώρα
να διεκδικήσουμε όλα για το τώρα μας
και τα ταξίδια εκείνα που αναβλήθηκαν για αύριο
κι όλα εκείνα τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα
να πετάξουμε τώρα
πιασμένοι απ’ την ουρά ενός μπαλονιού
ψηλά ως τα σύννεφα
γιατί κι οι άνθρωποι τώρα είναι
κι όλες οι σκέψεις αύριο θα ‘ναι κουρασμένες
και το δίκιο μας
μέσα σ’ όλα το δίκιο μας
που όλο περιμένει το αύριό του
να χαράξει είπες
να μην ξυπνήσουμε τους γείτονες
μη γελάς τόσο δυνατά
ξάπλωσε σώπα
όμως τώρα είναι
κι η επιθυμία το πιο γερό ξυπνητήρι στον κόσμο
κι η αλήθεια μου - γεννημένη χρόνια
αύριο ίσως να ’ναι μια άλλη
πριν ακόμα να προλάβει να ειπωθεί
δεν περιμένω
την αυγή ή τον πόλεμο
ή αυτό το αιώνια αυριανό καλοκαίρι
αν θες να ζήσεις έλα
να ζήσουμε τώρα
και να μεθύσουμε
με όλα εκείνα τα χαμόγελα που βρίσκουμε στο δρόμο
κι όλα πιο δρόμος από ποτέ
μην πεις αύριο
τώρα είναι