Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Βύρων Λεοντάρης....Κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε. Εγώ είμαι που είχα πει.. Θα σ’ αγαπώ για πάντα.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω…

.
Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα
που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα
το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»
Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου
λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε
Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω
Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω


Ζωή – χωρίς να ζούμε 

“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη 

τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη 
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη 
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει 
Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε. 
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε 
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις 
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,
-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω, 
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου 


τόσες αφές- μα δίχως χέρια

τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσες μαγείες- δίχως θάμα.αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;σάπια βροχή και τιποτένια.το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”


… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.
Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.
Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.
Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.


ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 20.01.2004
Αναστοχαστικός απόλογος του B. Λεοντάρη
Του Παντελη Μπουκαλα
Βύρων Λεοντάρης: «Εως...»
Εκδόσεις «Νεφέλη», 2003, σελ. 41.
Στατιστικές δεν έχω υπόψη μου, κι ίσως δογματίζω, πιστεύω πάντως ότι πολύ λίγοι ποιητές δεν φτάνουν κάποια στιγμή, στο «μεσοστράτι της ζωής τους» περίπου, να πέσουν σε βαθιά και ενίοτε ακυρωτική αμφιβολία για τη δραστικότητα της τέχνης τους, τόσο της δικής τους όσο κι εκείνης των άλλων του «σογιού» τους, και των αξιότερων? Το πρώτο -ορατό- αποτέλεσμα είναι να γράφουν και να δημοσιεύουν αραιότερα πια και να καταγίνονται όλο και περισσότερο με ποιήματα ποιητικής, που δεν είναι πάντοτε άμοιρα φιλαρέσκειας.
Φως και φωτιά
Στα πρώτα χρόνια της εμπλοκής μας με την ποίηση νιώθουμε τις λέξεις να ανεβαίνουν μέσα μας ακατάσχετες, παρθένες, φως και φωτιά μαζί, και θέλουμε να δώσουμε σε όλες τους μορφή και φωνή, με απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, στην ανατρεπτική ή δημιουργική ισχύ τους. Με τον καιρό, οι λέξεις αρχίζουν να μοιάζουν με γράμματα ανεπίδοτα, κι ύστερα με αυτεπίστροφα βλήματα που πλήττουν πρώτα και κύρια τον παραγωγό και πομπό τους, αν όχι αποκλειστικά αυτόν. Τότε καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι τόσο συχνό το θαύμα να γίνεται η ποίηση ό,τι ακριβώς ορίζει το βαρύτατο, σχεδόν θεολογικών συμφραζομένων όνομά της: ποίηση. Αλλάζει έτσι η σχέση μας μαζί της, το φάρμακο απειλεί να μεταστραφεί σε φαρμάκι, κι οι στίχοι γίνονται όλο και περισσότερο ενδοστρεφείς και αυτοαναφορικοί, δοκιμάζοντας να λύσουν τη αμηχανία τους μ΄ αυτό το ξόρκι.
«Στρατευμένες» λέξεις
Αυτά όλα συντρέχουν πολύ συνηθέστερα και πολύ οξύτερα στο έργο ποιητών που η πρώτη τους περίοδος τούς βρήκε με τις λέξεις τους «στρατευμένες», με την έννοια της ιδεολογικής αγωνίας και του κοινωνικού ενδιαφέροντος, και όχι της πειθήνιας υποταγής σε δόγματα. Στην περίπτωση αυτή, οι «στάχτες» των οραμάτων συνυπάρχουν με τις «στάχτες» των γραμμάτων. Από την «ποίηση της ήττας» (ο όρος είναι του Βύρωνα Λεοντάρη και γράφτηκε σε κριτικό του σημείωμα στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» το 1963) στην ήττα της ποίησης, η οποία πλέον δεν αφορά τούτη ή την άλλη γενιά, τούτη ή την άλλη ιδεολογία, αλλά είναι μια αίσθηση ή μια πεποίθηση που τη μοιράζονται όλοι εκείνοι οι ποιητές που, αργά ή γρήγορα, συνειδητοποιούν πως η παραδείσια περίοδος, η περίοδος όπου αρκούσε να ονοματίσει τα πράγματα ο ποιητής για να τ΄ αλλάξει, έληξε προ πολλού, αν βέβαια υπήρξε ποτέ.
Αυτό το πικρό αίσθημα της αποτυχίας (τόσο των ιδεών όσο και της τέχνης) χαρακτηρίζει και το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Κι ένας από τους ποιητές της που το δούλεψε βαθύτερα και στοχαστικότερα είναι ο Βύρων Λεοντάρης (γεν. το 1932). Και σ΄ αυτό επανέρχεται στη νέα του συλλογή. O τίτλος του βιβλίου, «Εως...», μοιράζει τη σημασία του στην πρόθεση «έως» και στα αποσιωπητικά που αφήνουν ημιτελή τη δήλωση του χρόνου ή του χώρου. H υπαινικτική αξία του τίτλου ενισχύεται από τους υπότιτλους των δύο μερών του βιβλίου: «Εκτός» και «Επέκεινα». Τα δύο μέρη ενός ποιήματος κατ΄ ουσίαν ενιαίου πρωτοδημοσιεύτηκαν, κατά τη συνήθεια του Λεοντάρη, στο περιοδικό «Σημειώσεις», το 1999 και το 2002.
Αν μετρήσουμε από την πρώτη του συλλογή, τη «Γενική αίσθηση» του 1954, ο Λεοντάρης δημοσιεύει ποιήματα επί μισόν αιώνα (στη συγκεντρωτική «Ψυχοστασία» του 1983 πάντως πρωτοδημοσίευσε και ποιήματα γραμμένα προ του 1950). Λόγιος ποιητής παρά «αυθόρμητος» (αν εννοείται αυθορμησία στην ποίηση), πολιτικός με τον τρόπο της ελεγείας και όχι του θούριου, δεν κατατάσσεται στους πολυγράφους. Δυο-τρεις φορές μάλιστα μεσολάβησε ολόκληρη δεκαετία από τη μια συλλογή του ώς την επόμενη, ένας μακρός χρόνος κυοφορίας που προικίζει τα βαθιά σκεπτικά ποιήματά του με δυσεύρετη ευθύτητα, απαλλάσσοντάς τα από την ιλύ του αισθήματος και γειώνοντας τη ρητορική τους. Υπάρχουν πολλοί στίχοι, χειροπιαστοί θα έλεγα, που κατορθώνουν, σφριγηλοί μες στη λιτότητά τους, να ακυρώσουν τον δηλωμένο φόβο του ποιητή για τα «Λόγια που λένε αλλά δε μιλούν / λόγια που είναι λέξεις».
Δεν πρωτοφανερώνεται σε τούτη τη συλλογή ο φόβος του Λεοντάρη για τη χρεοκοπία των λέξεων, και, το είπα ήδη, δεν είναι μόνο δικός του. H τωρινή διαπίστωση ότι «λίγο διαρκεί η νεότητα της τέχνης» έχει ξαναγίνει από τον ποιητή, το ίδιο απερίστροφα: «Θνητός της ποίησης ο λόγος». Το «Εως...», λοιπόν, αποτελεί ένα ακόμη ουσιώδες κεφάλαιο στον υψηλού επιπέδου αναστοχαστικό απόλογό του, που μπορούμε να πούμε ότι άρχισε το 1976, με τη συλλογή «Μόνον διά της λύπης», και συνεχίστηκε με το «Εκ περάτων» το 1986 και το «Εν γη αλμυρά» το 1996. Από δεκαετία σε δεκαετία (στο ενδιάμεσο πάντως ο Λεοντάρης τυπώνει σπουδαία δοκιμιακά βιβλία), ο ποιητής κατέρχεται όλο και πιο αποφασισμένα κι όλο και πιο βαθιά στο «κενό», που άλλους τους τρομάζει, άλλοι δεν το βλέπουν καν γητεμένοι από το ίδιο τους το είδωλο ή από τα εγκώμια της αγοράς κι άλλοι το χρησιμοποιούν σαν ευκαιρία προσποίησης. Κι είναι διπλό αυτό το κενό («κενό μες στο κενό») που ανοίγει στη θέση τού «καταρρέοντος νοήματος» και του «ερειπωμένου λόγου», και η αναφορά του οποίου ανακαλεί αυτόματα στη μνήμη τους στίχους άλλων ποιητών που, σε μια ατελεύτητη σκυταλοδρομία αμείλικτης αυτογνωσίας, στέκονται στην ίδια πάνω-κάτω εικόνα - από το «Μόνος. Εν΄ άδειο απέραντο τριγύρω μου» του Κωστή Παλαμά στο «O ποιητής ένα κενό» του Γιώργου Σεφέρη, το «Είδα το ποιητή ολομόναχο / και γύρω του να λάμπει το κενό» του Μίλτου Σαχτούρη ή ακόμη ακόμη και το «Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα, / λόγια κοινά, κενά» του Νίκου Καββαδία.
Το «Εως...», όπου ακούγονται συχνά λέξεις όπως «τέλος» και «τέρμα», αποσιωπά στον τίτλο του το χρόνο, γιατί εδώ το μέλλον συλλαμβάνεται φραγμένο, ανέφικτο («μέλλον, πώς γίνεται να είσαι μέλλον; [...] πώς γίνεται να υπάρχει μέλλον;»). Τώρα που «νικάει το κακό», τώρα που είναι «περίλυπο το σύμπαν / κι όλοι οι λαοί ηττημένοι», ο χρόνος που κυρίως ενδιαφέρει τον «ποιητή μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει», είναι ο παρελθών, ο «εκκρεμής και αβέβαιος» - κι όχι επειδή εκεί παίχτηκαν όλα, και χάθηκαν, όχι επειδή ο χρόνος αυτός έληξε, αλλά επειδή ο μόνος χρόνος που μπορεί να ξανακερδηθεί (με τη μνήμη και τη γραφή) είναι ο ήδη ξοδεμένος.
Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε πώς θα έγραφε ο Κώστας Καρυωτάκης αν ζούσε στις μέρες μας, κι αν θα ήταν καν ποιητής. Το να χαρακτηρίσουμε λοιπόν καρυωτακικό τον Λεοντάρη, έναν δημιουργό με απαραγνώριστα προσωπική φωνή, είναι τόσο εύκολο όσο και άγονο, ακόμη κι αν θα χρησιμοποιούσαμε επικουρικά τους γνωστότερους ίσως από τους πολλούς γνωμικής τάξεως στίχους του: «Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, / ανίατα μεσοπόλεμος...» Στη συζήτηση πάντως που αναπτύσσει και στο νέο βιβλίο του με παλαιότερους ποιητές (συζήτηση που παίρνει τη μορφή σεβαστικής αντιδικίας με τον Ανδρέα Κάλβο στο ποίημα που ανοίγει με το στίχο «Γλυκύς ο θάνατος δεν είναι πουθενά», μια «αντιδικία» που την είχε αρχίσει άλλωστε ο Καρυωτάκης), η χαρακτηριστικότερη ίσως στιγμή έχει σαν εσωτερικό και αδήλωτο συνομιλητή τον Καρυωτάκη. Γράφει λοιπόν ο Λεοντάρης: «Αλλά εσύ γενιά του αιώνα / τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές / και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου/ Τίποτε μη μνησθείς / Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα / σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα / με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου / λαβέ κιθάρα, ρέμβευσον... καλώς κιθάρισον, / πολλά άσον, // ίνα σου μνεία γένηται». Οι αγαπημένες στον Λεοντάρη βιβλικές αναφορές (άλλες πρόδηλες, όπως οι αμετάφραστοι στίχοι από τον Ησαΐα, άλλες αφομοιωμένες, όπως λ.χ. το «και γλώσσα αυτών τω λάρυγγι αυτών εκολλήθη», που αντιστρέφεται σε «μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου») δεν σβήνουν μέσα στο ποίημα τον απόηχο της καρυωτακικής προτροπής στα «Νηπενθή»: «Κάνε τον πόνο σου άρπα. [...] Πικροί όταν έρθουν χρόνοι, / κάνε τον πόνο σου άρπα / και πέ τονε τραγούδι».