Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Ηλίας Κωνσταντίνου...για την άνοστη φύση ενός κόσμου που εσυμφώνησε να πάψει να παραμιλά

ΡΥΤΙΔΕΣ
(ή πως εγέρασε φαφνικά,
μια ερωτική δεσποινίς
στην εφηβεία της)
Όποιος έζησε χωρίς φραγμούς και χωρίς οικόπεδο
φτωχός δηλαδή – πουτάνας γιός – αλήτης – μέθυσος – φονιάς
να ουρλιάζει μεσ’ στους δρόμους για την καλοσύνη μεταξύ
των ανθρώπων
είναι ένα βάλσαμο – παράδοξο βάλσαμο
είναι και αμνός θεού που αίρει τις αμαρτίες του κόσμου
ή και το τέλειο προϊόν της εταιρείας: «Μπράβο στους μαλάκες
που βλέπουν πολύ τηλεόραση». Εύγε δηλαδή
που κάθεσαι, σκέφτεσαι – φυλλομετράς (ακούεται πιο καλά)
τις χαμένες ευκαιρίες της νιότης σου.
Και θυμώνεις – θυμώνεις με τους νέους μας άγρια – ναι, αυτούς
που ζουν χωρίς φραγμούς – πουτάνας γιούς
κι ενός μαλακισμένου πατέρα τα τέκνα. Αυτά θυμώνουν και
σκορπίζουν τα κορμιά τους ζεστή τηλεπάθεια. Αν θέλεις – κοίταξε
πετούν
σαν πληγωμένα πουλιά – κι εσύ δεν είσαι γιατρός
δεν έχεις επίδεσμο – ούτε πίστεψες – ούτε κι ορκίστηκες ποτέ
στον οποιονδήποτε θεϊκό υπουργό της υγείας.
Και μόνο ζεις – δίχως φραγμούς – και δίχως ηθική
και συμφωνείς – με τη δύστροπη φωνή των γερόντων
γερόντων στα είκοσι.

Μια ήπια φωνή μπαίνει στο κείμενο:
«Δεν σου είπα να περιμένεις στην αυλή;
Αν θέλεις – είναι μουσική – μαζί – με τα βυζιά μας»
Τέλος της φωνής. Κομμένα τα στήθη – και το πέλαγος
γάλα ξινισμένο – και φύκια ξυδάτα στη Χλώρακα
όπου σύσσωμος ο Ελληνικός Κυπριακός λαός κάθεται ατάραχος
και με λάμποντα μάτια απ’ τα δάκρυα κοιτάζει
την αβύθιστη πράξη της ένωσης – να φανεί στον ορίζοντα.


ΘΕΡΙΣΤΕΣ
Ας μείνει η πραγμάτωση του ονείρου τελευταία
πρώτα να γίνει το μηδέν και ο κανένας δύσκολοι σύντροφοι
μαζί τους να περάσουμε μες απ' τ' αόρατα ψέματα
για να δούμε προ του τέλους δεχτικά, την έλξη του κακού που μας δέρνει.

Σε περιμένω - νύχτα μέρα κι ανασαίνω
παράξενα κοντάκια γι’ ακίνητα βούρλα
ήχους μυρωδάτους που δοξάζουν τη γλίνα.

Αν μελλοντικοί ιστορικοί αποφανθούν, ότι στην εποχή μας,
ο πλανήτης έγινε τεράστιος απόπατος και θρύψαλα στα οικόπεδα
θα έχουν λάθος.
θα είναι οπωσδήποτε παιδιά των τωρινών βασανιστών του εδάφους
θα σκουπίζουν το λίπος απ' τα χείλη τους,
πάνω στις κεντημένες πετσέτες του παππού
θα έχουν κέρδος - απ' το χοντρό έντερο του παρελθόντος
καν θα κρύβονται καλλυντικά, κάτω απ' τη σκληρή επιφάνεια των λέξεων.
Θα είναι η καταγραφή της ιστορίας επίπονη - απάτη ευφυής
γιατί ως τότε (στο μέλλον που έρχεται) θα ξέρουν στα σίγουρα
ότι ζουν ακόμα οι έρωτες και χαίρονται, παρ’ όλες τις αποβολές
κι ότι τα λόγια είναι ζωντανά - πουλιά μες στους πνεύμονες
και κρατούν σε δίσκο το κεφάλι που μιλά - τις υποσχέσεις τους.

Περιμένω να σκύψουμε, γράμμα κενό σώμα κλειστό, συνυπεύθυνοι όλοι
για την άνοστη φύση ενός κόσμου που εσυμφώνησε
να πάψει να παραμιλά.


ΜΕ  ΑΛΛΑ  ΛΟΓΙΑ
Κάπου, μέσα στα χέρια σου
άκουσα
              να γίνεται
η τρίτη παρουσία.
Η πρώτη
ήταν των θεών.
Κινήθηκαν απλά
μας σφιχτόδεσαν με θαύματα
- φύγαμε.
Η δεύτερη
                 διάσταση
πραγματική
                  παράφωνη
- με ήχο όμως δυνατό –
μας έντυσε μεσούρανα
σπάζοντας ταυτόχρονα
την σκάλα της επιστροφής.
Να φύγουμε.
Η τρίτη, είν’ αντανάκλαση
              είναι   ηχώ
από μέσα έρχεται - ακούει.
Είναι
μέσα στα χέρια σου
τα άλλα χέρια σου.