Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Μαρία Σκουρολιάκου...του ήλιου το σωτήριο βάρος.

Ο Καθρέφτης
Τους παιδικούς χαρταετούς   
είχαν ποδοπατήσει  από  χρόνια . 
Πήραν στολή  παραλλαγής
να  ντύσουνε  τους  εφιάλτες τους.
Έσκισαν τις παλιές  τους  σκέψεις
να μην αποτελούν πειστήρια.
Άλλαξαν  σπίτι , όνειρα, συνήθειες  και  δέρμα .
Κυρίως  δέρμα.
Τώρα μπορούνε  άφοβα ν’ αντέξουν 
λέξεις  που  τους  χτυπούν σαν  πέτρες.
Τις  νύχτες  όμως σαν   το ψάρι
τρέμουν    
όταν  τους δείχνει  παγερά  ο καθρέφτης
το φοβερό τους  πρόσωπο  γυμνό.

Βίαιος άνεμος
Βίαιος άνεμος τα όνειρα γκρεμίζει .
Τους μαγεμένους στήμονες εκτρέπει της ζωής.
Στης γης το προαιώνιο θέατρο
την κάθαρση ευλογούσαν οι αθώοι
καθώς η οδύνη στο θυσιαστήριο σπάραζε.
Μα εσύ, μες στου καθρέφτη σου το βάθος χάσκεις,
φορώντας εκδοχές αλήτικων ωρών
με ποθητά ενδύματα των παραστάσεων,
να κρύβουνε το μαύρο παραμύθι της καρδιάς σου.
Σωπαίνουνε στην άκρη του καιρού οι ώρες,
συλλέγοντας ενστάσεις που μειοψήφησαν και πάλι,
για τις σφαγές αγέννητων ψυχών .
Χρειάζομαι μια ανεμώνη, το πρόσωπό μου να σκεπάσω.
Ένα ευλογημένο κύμα,
τα λυπημένα να εξαγνίσω χέρια μου
τα ανήμπορα ,
να κουβαλήσουνε του ήλιου
το σωτήριο βάρος.
Θέλω ένα δέντρο τροπικό
να κατοικήσω τις ελπίδες μέλισσες .
Μία φωτιά ανάσα, να στεγνώσω τις πληγές
και τις βροχές των μάταιων δακρύων .
Βαθιά , μες στων ματιών τις κρύπτες ,
κομματιασμένες λέξεις σαν γυαλιά
ουρλιάζουνε ποιήματα .

Η γλώσσα
Ο καναπές είναι μια γλώσσα
κόκκινη , κίτρινη , λευκή
και δεν τσακίζει κόκκαλα .
Ο καναπές είναι σκουριά
που τρώει σάρκες.
Γεννοβολάει ακάρεα .
Ο καναπές
Έχει τη μυρουδιά παραίτησης .
Δεν ευωδιάζει ανυπακοή .
Φοράει τέλμα .