Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Σάμουελ Μπέκετ

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Στο μεταξύ ας προσπαθήσουμε να κουβεντιάσουμε ήσυχα, μιας και μας είναι αδύνατο να το βουλώσουμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έχεις δίκιο, είμαστε ανεξάντλητοι.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είναι για να μη σκεφτόμαστε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έχουμε κάποια δικαιολογία.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είναι για να μην ακούμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έχουμε τους λόγους μας.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τις πεθαμένες φωνές.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κάνουν ένα σούσουρο σαν φτερά.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ:Σαν φύλλα.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σαν άμμος.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σαν φύλλα.
Σιωπή.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μιλάνε όλες μαζί.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κάθε μια για πάρτη της.
Σιωπή.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μάλλον ψιθυρίζουν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θροίζουν.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μουρμουρίζουν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θροίζουν.
Σιωπή.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι λένε;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λένε για τη ζωή τους.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν τους φτάνει που έζησαν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πρέπει και να μιλάνε γι' αυτό.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν τους φτάνει που πέθαναν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν είναι αρκετό.
Σιωπή.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κάνουν ένα σούσουρο σαν πούπουλα.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σαν φύλλα.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σαν στάχτες.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σαν φύλλα.
Μεγάλη σιωπή.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Πες κάτι.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ψάχνω να βρω τι.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (απεγνωσμένα).Πες ότι να 'ναι!
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και τώρα τι κάνουμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Περιμένουμε τον Γκοντό.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Α, ναι.


Μονάχος στο παγωμένο κρεβάτι απόψε νιώθω πως θα είμαι μεγαλύτερος από τη μέρα, τη νύχτα, που πάμφωτος έπεσε πάνω μου ο ουρανός, τον έβλεπα από τα πρώτα μου αβέβαια βήματα στη μακρινή γη, εκείνος ήταν. Γιατί απόψε τρομοκρατούμαι ακούγοντας τον εαυτό μου να αποσυντίθεται, και περιμένοντας τις μεγάλες κόκκινες παύσεις της καρδιάς, τις ρήξεις του παχέος εντέρου, τις δολοφονίες που αργά εκτελούνται στο κρανίο μου, τις επιθέσεις στα ακλόνητα υποστηλώματα και των πτωμάτων τη λαγνεία.
ΤΟ ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΟ, μτφ. Εριφύλλη Μαρωνίτη

Δεν ήξερα με βεβαιότητα πού βρισκόμουν. Κοίταξα ανάμεσα στ’ αστέρια και στους αστερισμούς για τις Άρκτους, δεν μπορούσα όμως να τις βρω. Κι όμως εκεί θα ήταν. Πρώτος ο πατέρας μου τις είχε δείξει. Μου είχε δείξει κι άλλους, αλλά μονάχος, δίχως εκείνον πλάι μου, μόνο τις Άρκτους μπορούσα να βρω. Άρχισα να παίζω με τις κραυγές, όπως είχα παίξει με το τραγούδι, μπρος, πίσω, μπρος, πίσω, αν τούτο μπορεί να ονομαστεί παιχνίδι. Όσο προχωρούσα δεν τις άκουγα, τις σκέπαζαν τα βήματα. Αλλά μόλις σταματούσα τις άκουγα και πάλι, ίσως λίγο πιο εξασθενημένες κάθε φορά, εντάξει, αλλά τι σημασία έχει, εξασθενημένη ή δυνατή, μια κραυγή είναι μια κραυγή, και το μόνο που έχει σημασία είναι ότι πρέπει κάποτε να σταματήσει. Για χρόνια πίστευα ότι θα σταματούσαν. Τώρα δεν το πιστεύω πια.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ, μτφ. Εριφύλλη Μαρωνίτη


Κοίταξα όμως πρώτα τον ουρανό, εκεί απ’ όπου κάθε βοήθεια, εκεί που δρόμοι δεν υπάρχουν, εκεί όπου ελεύθερα περιπλανιέσαι σαν σε έρημο, εκεί όπου το βλέμμα δε σκοντάφτει πουθενά, όπου κι αν στραφεί, παρά μόνο πάνω στα ίδια του τα όρια.
ΔΙΩΓΜΕΝΟΣ, μτφ. Εριφύλλη Μαρωνίτη


Κι αν έχω φτάσει εδώ (στην ιστορία μου) χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει, γιατί αν κάτι είχε αλλάξει νομίζω ότι θα το ’ξερα, γεγονός είναι ότι έφτασα, είναι κάτι κι αυτό, και δίχως τίποτα να έχει αλλάξει, κι αυτό είναι επίσης κάτι. Και δεν αποτελεί δικαιολογία για να βιάζουμε τα πράγματα. Όχι, απαλά, πρέπει να σταματήσει απαλά, όπως σβήνουν στη σκάλα τα βήματα εκείνου που αγαπήσαμε, εκείνου που δεν μπόρεσε ν’ αγαπήσει, και δε θα ξανάρθει πια, το λένε τα βήματά του, πως δεν μπόρεσε ν’ αγαπήσει και δε θα ξανάρθει πια.
ΤΟ ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΟ, μτφ. Εριφύλλη Μαρωνίτη

θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να’ βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε

 --

κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι

κρανίο καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη

το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα

έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά

 --

κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες

 --

τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό

 --

βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.
Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες
Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος


Ζεύγος Ελευθερίας

Τα γεμάτα επιθυμία χείλη της είναι γκρι
και χωρισμένα σαν μια μεταξωτή θηλειά
απειλώντας
ένα μικρό, παράξενο τραύμα.

Αρπάζεται νωχελικά πάνω
σε ευαίσθητα κι άγρια πράγματα
περήφανη που τα έχει αποσυνθέσει
από τη θανατηφόρα σκιά της ομορφιάς της.

Αλλά θα πεθάνει και η παγίδα της ομορφιάς της
που τόσο υπομονετικά προσφέρεται
στην εξημερωμένη άγρυπνη θλίψη μου
θα σπάσει και θα κρεμαστεί
σ’ ένα θλιβερό μισοφέγγαρο.

Άτιτλα

Ο δικός μου τόπος βρίσκεται πάνω στη ρέουσα άμμο
ανάμεσα απ’ τα βότσαλα και τους αμμόλοφους
η καλοκαιρινή βροχή βρέχει τη ζωή μου
και η ταλαιπωρημένη μου ζωή
τρέπεται σε φυγή
μία στην αρχή της και μία στο τέλος της

Η γαλήνη μου βρίσκεται εκεί-
στην υποχωρούσα ομίχλη
όταν ίσως παύσω να περπατώ 
αυτά τα μακριά ασταθή κατώφλια
και ζήσω μέσα στο χώρο μιας πόρτας
που ανοίγει και κλείνει

*

Τι θα έκανα χωρίς αυτή την απρόσωπη αδιαφορία του κόσμου
όπου το να βρίσκεσαι διαρκεί παρά μια στιγμή, όταν η κάθε στιγμή
ρίχνει μέσα στο κενό την άγνοια του να έχεις υπάρξει
Χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
το σώμα και η σκιά του καταπίνονται
Τι θα έκανα χωρίς αυτή την σιωπή
όπου τα μουρμουρίσματα πεθαίνουν
τα λαχανιάσματα, οι φρενίτιδες οδεύουν προς την αγάπη
Χωρίς αυτό τον ουρανό που ίπταται
πάνω απ’ τη σαβουριασμένη σκόνη του

Τι θα έκανα που δεν έχω ήδη κάνει χθες και προχθές
περιεργαζόμενος το σκοτεινό μου φως
και ψάχνοντας για κάποιο άλλο
περιπλανώμενος μέσα στη δίνη μακριά από καθετί ζωντανό
μέσα σ’ ένα σπασμωδικό μέρος
άφωνος μέσα σε φωνές χιλιάδες
που συνωστίζονται στην κρυψώνα μου

*
Θα ήθελα η αγάπη μου να πεθάνει
και η βροχή να πέφτει πάνω στον τάφο της
και σε μένα καθώς θα περπατώ στους δρόμους
πενθώντας την που σκέφτηκε να με αγαπήσει

Συνδεδεμένος

1.

Είναι τέτοια η απελπισία στο να κρύβεις τις λέξεις που θες να πεις
Που δεν είναι καλύτερο να αποτυγχάνεται η προσπάθεια 
Απ’ το να μη γίνεται καθόλου;
Οι ώρες μετά τη φυγή σου πέφτουν πάνω μου βαριές
σύντομα θ’ αρχίσουν σιγά-σιγά να σέρνονται
πάνω σ’ ένα κρεβάτι απ’ τη δική σου έλλειψη 
όπου οι μάχες αρπάζονται τυφλά
αναζωπυρώνοντας αναμνήσεις από αγάπες παλιές
αντικρίζοντας ματιές εκεί όπου κάποτε έβλεπα τα δικά σου μάτια
αλλά όλα είναι προτιμότερο να συμβαίνουν σύντομα παρά ποτέ
η ανάγκη μου, μαύρη και σκοτεινή πιτσιλάει τα πρόσωπά τους
και σου λέω ξανά πως εννέα μέρες  δεν είναι ποτέ αρκετές
γι’ αυτούς που αγαπάμε
ούτε εννέα μήνες
ούτε εννέα ζωές

2.
Και σου λέω πάλι
εάν εσύ δεν με διδάξεις δεν θα μάθω
σου λέω πάλι υπάρχει πάντα κάτι το τελευταίο
ακόμα και τις τελευταίες φορές
τις τελευταίες φορές που ικετεύεις
τις τελευταίες φορές που αγαπάς
ξέροντας πως να μη ξέρεις να προσποιείσαι
κάτι το τελευταίο ακόμη και την τελευταία φορά που σου λέω
εάν εσύ δεν μ’ αγαπήσεις δε θ’ αγαπηθώ ποτέ
εάν εγώ δεν σ’ αγαπήσω δε θ’ αγαπήσω ποτέ

η ανατάραξη των περασμένων λέξεων κατευθείαν στην καρδιά και πάλι
Αγάπη αγάπη αγάπη σαν γδούπος βαρύς ενός παλιού εμβόλου
χτυπώντας τους αναλλοίωτους σωρούς των λέξεων

κι εγώ τρομοκρατημένος και πάλι
πως ίσως δεν αγαπηθώ
πως ίσως αγαπήσω αλλά όχι εσένα
πως ίσως αγαπηθώ αλλά όχι από εσένα
ξέροντας πως να μη ξέρω να προσποιούμαι

εγώ και όλοι οι άλλοι που θα σε αγαπήσουν
αν σε αγαπήσουν

εκτός κι αν δεν σ’ αγαπήσουν

Μετάφραση, Κατερίνα Καντσού