Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Ρώμος Φιλύρας, Παραλήρημα

Ωστόσο έρχεσαι στ' όνειρο, για να με βασανίζης σαν έμμονος εφιάλτης. Ήρθες και χθες και προχθές. Και ξαναήρθες κι απόψε...
Γδυνόσουνα. Κλειστά τα παράθυρά σου, η γρίλλια σου και ο ροζ ο μπερντές. Και ως το δρόμο ανατριχιαστικοί οι κρότοι και τα θροίσματα των πραγμάτων, των φορεμάτων που 'φεγγαν απο πάνω σου. Εδώ το ένα δακτυλίδι κι έπειτα τ' άλλο, εκεί τα διπλά βραχιόλια που ακουμπούσαν στης τουαλέττας το κρύσταλλο. Και τα γοβάκια που έβγαιναν, και το φουστάνι έπειτα μαζί με τη ζώνη σου, στην καρέκλα...
Και εγδυνόσουνα. Κι εφτερούγιζαν γύρω σου χιλιάδες έρωτες με μικρά φτερά κι έβλεπα πέταλα ρόδων να σκορπιούνται στα λευκά σου σεντόνια και τον εαυτό μου ανάποδα στο προσκέφαλό σου να μετρώ του ταβανιού σου τα σχέδια ως που να 'ρθης. Ήρθες; Ας παίξη η μουσική. Το ηρωικόν εμβατήριον των μεγάλων εμπνεύσεων ας ανακρούση το μίσος αυτών που μένουν απ' έξω.
Και εγδυνόσουνα. Και άρχιζε γύρω ο χορός των επίπλων. Και ο καθρέπτης, εραστής της ντουλάπας χρόνια κολλημένος μαζύ της εμιλούσε στην ψιλόλιγνη σιφονιέρα, κι αυτή με το στόμα της, το επάνω συρτάρι της ανοικτό, έχασκε. Και η κουνουπιέρα κυματιστή έκανε υποκλίσεις στο σκαμνάκι της τουαλέτας και η τουαλέτα έφευγε, γλυστρούσε, εκρυβότανε, εγύριζε πίσω μεθυσμένη από την τζαζ των σακακιών. Θεοί!...
Μήπως δεν θα πεθάνουμε όλοι; Μήπως κι αυτό το κρεββάτι της ηδονής και της αγάπης δεν θα γίνη κάποτε πόνου κρεββάτι; Μήπως εδώ δεν θα αναστενάξη τον τελευταίο της στεναγμόν, κουρασμένη, ρυτιδωμένη, ανήμπορη, η γενεά των ανθρώπων; Ω! Ας σταματήση ο χορός των επίπλων. Ας γονατίσουν όλα στο πέρασμα του τελευταίου Ενός. Καθρέπτης, τουαλέτες, κρεββάτια, καθίσματα ας γονατίσουν. Περνά των επίπλων ο Βασιλεύς. Τα καρφιά του τα έχει καρφώσει ο Μωρεάς, ο Παλαμάς έκοψε εις το δάσος τα ξύλα του, ο μαρτυρικός Σοπέν έκλαψεν εις τον τελειωμό του, ο Μπίκλιν εζωγράφισε την απόκοσμη στέγη του.
Και εγδυνόσουν. Και εφορούσες εσύ αραχνοΰφαντο νυκτικό και εγώ απ΄ έξω τα σάβανά μου. Η κάμαρά σου ευγενικά, χαριτωμένη, μικρή, αρωματική κι απ' έξω απέραντος, μαύρος ο δρόμος. Τώρα κάτσε εσύ και κοιμήσου, εγώ τραβώ. Η μουσική ας προηγηθή. Αγνωστοι κόσμοι, πεθαμένοι αστέρες, πλανήται με χρυσές ουρές, ας έμπουν μπροστά. Ο γαλαξίας ας ακολουθή σαν χρυσή διαδήλωσις. Επειτα ας παραταχθούν τα εξαπτέρυγα των ερώτων. Επειτα ο ίππος μου ο πολεμικός. Κι έπειτα εγώ, ο νεκρός.

Ρώμος Φιλύρας, Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007