Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Σὰρλ Μπωντλαίρ


Σαρλ Μπωντλαίρ
Σαρλ Μπωντλαίρ

Τὸ δηλητήριο

Τὸ κρασὶ ντύνει καὶ τὴ πιὸ ἄθλια τρώγλη
μὲ λαμπρὴ πολυτέλεια,
τὴ μεταμορφώνει σὲ χρυσὸ παλάτι
μὲ τὶς χρυσές, τὶς πορφυρὲς λάμψεις του
ποὺ μοιάζουν ἥλιο ποὺ δύει στὴν ὁμίχλη.

Τὸ ὄπιο μεταμορφώνει τὸ ἀπέραντο
μεγαλώνει τὸ ἀέναο
μακραίνει τὸν καιρό,
ἐπιμηκύνει τὸν καιρό,
βαθαίνει τὴ λαγνεία
καὶ τὶς σκοτεινές,
τὶς ἐρεβώδεις ἡδονὲς
ὁδηγεῖ τὴ ψυχὴ πέρα ἀπ᾿ τὰ σύνορα.

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ
μπροστὰ στὸ δηλητήριο ποὺ κυλᾶ
ἀπὸ τὰ μάτια σου -τὰ πράσινά σου μάτια λίμνες
καὶ μέσα τους ριγεῖ ἡ ψυχή μου καὶ ταράζεται
οἱ σκέψεις μου ὀρυμαγδὸς κι ὑψώνονται
πάνω ἀπὸ τὶς πικρὲς ἀβύσσους.

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ
μπροστὰ στὸ θαῦμα τὸ ὑπέροχο
τοῦ σάλιου σου ποὺ μὲ σπαράζει
ποὺ ρίχνει στὴ λήθη τὴ ψυχή μου
στὸν ἴλιγγο τὴν παρασύρει δίχως τύψεις
κι ἄπνοη τήνε σέρνει
στὴν ὄχθη τοῦ θανάτου...



Ο τάφος ενός καταραμένου ποιητή

Αν κάποια νύχτα μαύρη και βαριά,
κανένας χριστιανός σαν από χάρη,
πλάι σε κάποια χαλάσματα παλιά,
θάψει το φημισμένο σου κουφάρι,

την ώρα που τ'αστέρια αγνά ένα ένα,
τα μάτια τους σφάλουν τα κουρασμένα,
τα δίχτυα της η αράχνη εκεί θα στήσει
κι η όχεντρα τα παιδιά της θα γεννήσει.

Και θεν'ακούς όλο το χρόνο εσύ,
πάνω απ'το κολασμένο σου κεφάλι,
των λύκων τη θρηνητική κραυγή,

της πεινασμένης μάγισσας στριγκλιές,
του γέρου του λάγνου την κραιπάλη
και των κλεφτών τα σχέδια για κλεψιές.



Οι μεταμορφώσεις της αιματορουφήχτρας

Τότε η γυναίκα με τ'αβρά χείλη, τα φραουλένια,
σαν φίδι απά' σε κάρβουνα αναφτά στριφογυρνώντας,
και μέσα στο στηθόδεσμο τα στήθια της ζουλώντας,
άφηνε τέτοια να κυλούν λόγια μοσχομελένια:
" Έχω τα χείλη μου υγρά, και ξέρω τρόπους, κάτι
που σβήνει θύμησε παλιές μες στο βαθύ κρεβάτι.
Στεγνώνω όλα τα δάκρυα στα ορθά μου στήθια πάνω
και να γελούνε σαν παιδιά τους γέρους εγώ κάνω.
Κι έχω γι'αυτόν που θα με δει ολόγυμνη, τη χάρη
να γίνουνε ήλιος κι ουρανός κι αστέρια και φεγγάρι!
Και τόση, αγαπητέ σοφέ, γλύκα και τέχνη βάζω,
άντρα στα βελουδένια μου μπράτσα σαν αγκαλιάζω
ή σαν μου δίνουν δαγκωνιές στα στήθη μου τα ωραία,
που ντροπαλή κι αδιάντροπη, αδύναμη ή γενναία,
πάνω σ'αυτά τα στρώματα, τα ποθοπλανταγμένα,
θα'κανα να κολάζονται κι οι Άγγελοι για μένα!"

Και το μεδούλι ως βύζαξε όλο απ'τα κόκκαλά μου,
και λαγνεμένος έστρεψα σ'εκείνην τη ματιά μου,
έσκυψα του έρωτα φιλί για να της δώσω, όταν
είδα ένα ον σιχαμερό, όλο πύον, που αναδευόταν!
Έκλεισα τα δυό μάτια μου από τη σιχασιά μου,
μα όταν τα ξανάνοιξα μέσα στο φως, σιμά μου,
αντί για κείνο το τρανό νευρόσπαστο που σειόταν
και λες πως αίμα μέσα του πολύ προμηθευόταν,
κάτι ρημάδια σκελετού τρέμανε τιποτένια,
που τρίζανε στριγκά καθώς ανεμοδούρα, μόνα,
ή σαν ταμπέλα κρεμαστή σε βέργα σιδερένια
που την κουνούν οι αγέρηδες τις νύχτες του χειμώνα.



Στὸν ἀναγνώστη 
Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.
Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.
Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.
Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.
Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.
Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.
Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.
Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια, θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!
Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.
Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!


Ο Σαρλ Μπωντλαίρ, που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1821 και πρόλαβε να ζήσει μόνο μέχρι τα 46 του χρόνια, συνέδεσε τον εαυτό του με την πιο καθοριστική στιγμή της νεωτερικότητας στην ιστορία της ευρωπαϊκής ποίησης. Δημοσιεύοντας εν έτει 1857 τα «Ανθη του κακού» («Fleurs du mal»), ο Μπωντλαίρ τινάζει στον αέρα, όχι μόνο την παράδοση, αλλά και οτιδήποτε γίνεται αποδεκτό στα μέσα του 19ου αιώνα ως πολιτική, κοινωνική, ηθική και θρησκευτική αξία. Ο ποιητής δημοσιεύει κατά τη διάρκεια της σύντομης όσο και άκρως περιπετειώδους ζωής του κι άλλα πράγματα: πριν από τα «Ανθη του κακού» κυκλοφορεί η νουβέλα του «Η Φανφαρλό» (1847), ενώ λίγο μετά την έκδοσή τους τυπώνονται τα δοκίμιά του «Οι τεχνητοί παράδεισοι» (1860), που αναδεικνύουν τις κριτικές, τεχνοκριτικές και μουσικοκριτικές του επιδόσεις, όπως και η συλλογή του «Μικρά πεζά ποιήματα» (1862), που θυμίζει πως ο εμπνευστής της είναι, μεταξύ άλλων, και ο εισηγητής ενός καινούργιου, όπως και αδιανόητου για την εποχή του λογοτεχνικού είδους: της πολυχρησιμοποιημένης και πολυφορεμένης στις ημέρες μας ποιητικής πρόζας, που θα γνωρίσει στη γραφίδα του ορισμένες από τις ευτυχέστερες ώρες της. Ας μην ξεχνάμε ακόμη πως ενόσω κυοφορεί τα «Ανθη του κακού», ο Μπωντλαίρ αρχίζει να μεταφράζει με τρομακτική προθυμία και θέρμη (προθυμία και θέρμη που θα σπεύσει να υιοθετήσει λίγο αργότερα και ο Μαλαρμέ) ποιήματα και διηγήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, προσπαθώντας να καλύψει όλο το κενό αναγνώρισης, το οποίο του λείπει στις ΗΠΑ, με την πάση θυσία καθιέρωσή του στη Γαλλία.
Η ποιητική του εκτυφλωτικού χάους
Μεταφράσεις, ποιητικά πεζά, κριτικές και πρόζα ωχριούν μπροστά στο μέγεθος της έκρηξης την οποία θα προκαλέσουν, από την πρώτη κιόλας ημέρα της κυκλοφορίας τους, τα «Ανθη του κακού». Τα πάντα θα γκρεμιστούν εδώ σε ένα εκτυφλωτικό χάος: η τάξη και η ευνομία των αστών, τα υψηλά αισθήματα και τα πολιτικά ιδανικά των ρομαντικών, οι ηθικές απαγορεύσεις των χριστιανών, οι γλωσσικές σεμνοτυφίες και οι πολυπληθείς συμβάσεις των ποιητών (παλαιοτέρων, αλλά και συγχρόνων). Ο Μπωντλαίρ θα τιμήσει τον στίχο του με την επίμονη προβολή της παρακμής, του άκρατου ερωτισμού και της υψηλής δαιμονολογίας (ο Σατανάς απαντά στην απόσυρση του θείου ως προδομένος θεός και ως πρίγκιπας της εξορίας), θα εξυμνήσει την τρέλα των παραισθητικών ουσιών, θα αποθεώσει τη βία, θα λατρέψει τη δύναμη του σκοταδιού και της Κόλασης, θα ταυτίσει την αγριότητα της έκφρασης με την επίτευξη του ωραίου (ή, έστω, με το κυνήγι της «ουράνιας ομορφιάς», όπως θα το έλεγε ο Πόε), θα υποκλιθεί μπροστά στον θάνατο, θα διακηρύξει στα πέρατα της οικουμένης τη χαρά της λησμονιάς και της παραίτησης και θα δαφνοστεφανώσει ως αγαπημένη του μούσα την πλήξη (η ακηδία του spleen, που μεταπίπτει σε οδυνηρά κερδισμένη αθανασία).
Ο ποιητής ξέρει πως ο κόσμος τον οποίο φτιάχνει με τα «Ανθη του κακού» δεν ανήκει στη φύση και δεν αντανακλά κάποια προαιώνια κατάσταση του ανθρώπου: ο κόσμος του αποτελεί ένα πέρα για πέρα κατασκευασμένο και τεχνητό σύμπαν, αποκαλύπτοντας τον σκληρό πυρήνα της νεωτερικότητας, στο εσωτερικό της οποίας θα πάρουν το πάνω χέρι ο σαρκασμός και η ειρωνεία και θα αρπάξουν φωτιά το όνειρο, το εξεζητημένο και η φαντασία. Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο, η ποίηση θα κληθεί, όχι μόνο να επαναστατήσει ενάντια στη θεσπισμένη ταυτότητά της, αλλά και να ξεθεμελιώσει τον κοινωνικοπολιτικό της περίγυρο (ο Μπωντλαίρ θα βρεθεί στα οδοφράγματα του 1848), σε μια τροχιά διαρκούς ανατροπής και αναστάτωσης.
Αδιάπτωτη αιχμηρότητα
Τα «Ανθη του κακού» είναι πιθανόν να είναι πολλά: «υπέρτατη μυθοπλασία» (όπως θα το ήθελε ο Ουάλας Στίβενς) και ακατάλυτος λογοτεχνικός πυλώνας (όπως θα το προτιμούσε ο Τζορτζ Στάινερ), κορυφαία εκδήλωση του δανδισμού (με την πομπώδη περιφρόνηση για την πνευματική και κοινωνική αγωγή του πλήθους), ρομαντική πρωτοπορία (με τη βαριά μέθη από τις εισπνοές της φρίκης) ή πρωτογενής χριστιανισμός (η απέχθεια για την αδυναμία των άλλων να υπερβούν το εγώ τους και να διακρίνουν το καλό δεν αποκλείεται να οδηγεί σε μιαν ελεύθερη, απαλλαγμένη από τον οιονδήποτε προκαθορισμό θρησκευτική αναζήτηση, όπως προσφυώς σπεύδει να σημειώσει ο Τ. Σ. Ελιοτ). Ο,τι κι αν είναι εντέλει τα «Ανθη του κακού», εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι πως η πυκνότητα και η αιχμηρότητά τους παραμένουν στο ακέραιο μέχρι και σήμερα. Αυτό αποδεικνύει αμέσως, ακόμη και με ένα πρώτο ξεφύλλισμα, η μετάφραση των απαγορευμένων ποιημάτων του βιβλίου από τον Ερρίκο Σοφρά στην πρόσφατη, καθ' όλα προσεγμένη, δίγλωσση (ελληνικά και γαλλικά), με σκληρό εξώφυλλο, έκδοση του «Μεταίχμιου», που συνοδεύεται από τα αξιέραστα σχέδια του ολλανδού εικαστικού Πατ Αντρέα.
Τι ακριβώς, όμως, σημαίνει «απαγορευμένα ποιήματα»; Οταν το 1857 κυκλοφορούν για πρώτη φορά τα «Ανθη του κακού», τα δικαστήρια καταδικάζουν τον ποιητή και τους εκδότες του, επιβάλλουν αυστηρές χρηματικές ποινές και απαγορεύουν έξι ποιήματα («Λέσβος», «Κολασμένες γυναίκες - Δελφίνη και Ιππολύτη», «Η Λήθη», «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», «Τα Κοσμήματα», «Οι μεταμορφώσεις της Λάμνιας»), τα οποία θα χρειαστούν σχεδόν μία εκατονταετία για να ξαναδούν το φως της δημοσιότητας (το 1949 γίνεται αναθεώρηση της δίκης). Αυτά είναι τα ποιήματα τα οποία μεταφράζει ο Σοφράς, τηρώντας τη φόρμα και τον ρυθμό της ομοιοκαταληξίας του πρωτοτύπου και πετυχαίνοντας μιαν ολόχυμη, πολύ ζωντανή και ιδιαίτερα εκφραστική απόδοση, που περιλαμβάνει και το σονέτο «Επιγραφή σ' ένα βιβλίο καταδικασμένο», το οποίο έγραψε ο Μπωντλαίρ ως εισαγωγικό στην τρίτη έκδοση των «Fleurs du mal», το 1868 (δεν πρόλαβε να τη δει τυπωμένη):
Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη,
αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο
το λέω της μελαγχολίας μνημείο.
Ανθρωπε του καλού, άσ' το στην άκρη.
Ρητορική αν δεν πήγες να σπουδάσεις
στου Σατανά το σκοτεινό σχολείο,
δε θα αντιληφθείς ούτε σημείο,
μπορεί και υστερικό να με ονομάσεις.
Αν, δίχως να χαθείς στη γοητεία,
την άβυσσο κοιτάζεις με ηρεμία,
έλα και διάβασε κι αγάπησέ με·
παράξενη ψυχή, που αναστενάζεις
και στον παράδεισο ψάχνεις να φτάσεις,
λυπήσου με!... Αλλιώς, σε καταριέμαι!

Τα απαγορευμένα ποιήματα αναπαράγουν τα «Άνθη του κακού» ως απολύτως χαρακτηριστική επιτομή τους. Η ηδονή χωρίς άμφια και μακριά από περιφράξεις και κάγκελα, η θανατοφιλία, η παγιδευμένη στην άναστρη νύχτα ύπαρξη, η αγάπη για το διακοσμητικό και το επινοημένο, η υπερδιέγερση του φαντασιακού, το όραμα του απραγματοποίητου, η ανείπωτη έξαρση της σάρκας, το μίσος για την επανάληψη και την κοινοτοπία, ο ριζοσπαστικός (καλλιτεχνικός και πολιτικός) ρόλος της ποίησης και η ευεργετική επίδραση της λήθης δίνουν το «παρών» σε κάθε στίχο και στροφή των απαγορευμένων ποιημάτων και εξακολουθούν να συγκλονίζουν την καρδιά και να αιφνιδιάζουν τις αισθήσεις μας, έστω κι αν ετοιμαζόμαστε να κλείσουμε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα - ενός αιώνα ο οποίος επιστρέφει ποικιλοτρόπως σε αλλοιώσεις και ακυρώσεις που μέχρι πρότινος λογαριάζαμε οριστικά ξεπερασμένες.

πηγή- Ελευθεροτυπία, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου