Λουκάς Λιάκος
αστικό πηγάδι καταμεσίς στον κεντρικό
με από πάνω πρόχειρες σανίδες
όπου το πρωί κάθεται ένας εργάτης
και τρώει άπλυτες φράουλες
ενώ το καλοκαίρι περνάει τακ τακ τις μικρές ώρες
το κορίτσι που τολμάει
Κ.Α

Αργά, έργα...Τα σκληρότερα λόγια μου Η αυθάδεια Επικαλείται την μαρτυρία των ζώων Αυτό που ακολουθεί μοιάζει με κείνο που φεύγει Βάσιμη λογική


Οι Ρενέ Σαρ,  Αντρέ Μπρετόν και Πωλ Ελυάρ, συνέγραψαν από κοινού τα Αργά, έργα (Ralentir Travaux) εμπνευσμένοι από τη ρήση του Λωτρεαμόν: «Η ποίηση πρέπει να γίνεται από όλους, όχι από έναν!».

ΤΟ ΣΚΑΣΙΑΡΧΕΙΟ
Μπήκαμε από μια μυστική πόρτα
Υπήρχε μια καρδιά στον μαυροπίνακα
Και μια βέργα από λεπτοκαρυά επάνω στο τραπέζι
Μπορούσες να ακούσεις και το βάδισμα ενός λύκου
Ο έρωτας δίδασκε πρώτος
Σε εραστές να συμπεριφέρονται καλά
Οι πέτρες ακολουθούσαν την γλυκόπικρη σκιά τους
Το μάτι δεν ξέσφιγγε τον κλοιό του
Κι αν μου ζητήσει την ζωή μου
Αναρωτήθηκε
Κι αμέσως το φως έκανε ένα αναπήδημα όπως οι ρίζες
Και έστησε παγίδα δροσιάς
Τα μαλλιά σου αναρωτήθηκε
Και η σιωπή ήταν κατακτημένη


Ο ΑΕΡΑΣ ΦΟΡΤΙΖΕΤΑΙ 
Ένα καρό μαντήλι υψώθηκε πάνω από τον οίκο των Γαλατών 
Το τυχαίο συνθηκολογεί 
Κατευθύνεται προς τη φωσφορίζουσα πόρτα 
Κι έτσι κλείνει ένα ραντεβού 
Αύριο την τάδε ώρα που πετάγεται στο μετακινούμενο σημείο 
Θα έλθω πιο μόνος από όσο είμαι χωρίς εσένα 
Με το αγνώριστό μου πρόσωπο 
Με τα δανεικά μου ρούχα 
Είμαι ήδη κρυμμένος μες στα δάση μες στις τάφρους 
Σου έχω ήδη προκαλέσει τον φόβο την μοχθηρία 
Αυτή την φορά θα γίνω εκείνος που δεν έχεις γνωρίσει 
Και ο οποίος δεν αρέσκεται παρά να σε ξαφνιάζει 
Θα σου εμφανισθώ με τα χέρια σου στα μάτια μου 
Κι εσύ δεν θα μπορείς να πάρεις τίποτε 
Ο έρωτας θα απλωθεί όπως αγαπώ 
Ομίχλη για να την κόψω με μαχαίρι 


ΑΚΟΥΩ ΑΚΟΜΗ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΝΑ ΜΙΛΑ
Τρελός καθώς είμαι
Δεν πνέω και τα λοίσθια
Ξεριζώνω τους θάμνους που κρατούν την αυτοκτονία στο χείλος των γκρεμών
Τα ζώα που πιάνονται στις παγίδες μου σαπίζουν επί τόπου
Μόνο το λυκόφως είναι αυτό που τα ανακαλύπτει
Το λυκόφως διάστικτο από σκάγια που τα εξαντλημένα μου σκυλιά δεν μπορούν να φθάσουν
Σφίγγω στην αγκαλιά μου γυναίκες που δεν θέλουν παρά να είναι με κάποιον άλλο
Εκείνες που όταν αγαπούν ακούν τον άνεμο να περνά πάνω από τις λεύκες
Εκείνες που όταν μισούν είναι πιο λυγερές από αλογάκια της Παναγίας
Για εμένα έχουν εφεύρει το παιχνίδι των καταστροφών
Χίλιες φορές πιο ωραίο από την τράπουλα
Έφθασα ακόμη να τα βάλω με την απουσία
Σε όλες τις μορφές της
Κι έχω σφίξει στην αγκαλιά μου φαντάσματα κάτω από το σύμβολο
Της στάχτης και ερώτων πιο καινούριων απ' τον πρώτο
Που μου έχει κλείσει τα μάτια την ελπίδα την ζήλεια


ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Μονάχα η σκιά ενός δακρύου σε ένα χαμένο πρόσωπο
Οι δείκτες του εκκρεμούς είναι σκουριασμένοι
Και τα βήματα απομακρύνονται εδώ οι φτέρνες στράφηκαν λίγο είναι φρικτό
Τα μάτια στο χρώμα του αέρα της αβύσσου
Δύο λεοντοκέφαλοι πυροστάτες λαμποκοπούν μπροστά στον ημιθανή ήλιο
Μονάχα η σκιά ενός δακρύου η διακύβευση της ανάμνησης
Άγνοια το κεφάλι εγκταλείπει τα χέρια και τα μάτια
Γελά όταν ακούγονται προειδοποιήσεις για κάποιον κίνδυνο
Τα κουρέλια της παιδικής ηλικίας δεν αποτελούν πλέον την κουρτίνα κανενός τοπίου
Κανενός πειρασμού
Ιδιότροπα ερείπια
Ένας ανέλπιστος ορίζοντας που υψώνεται σαν έγκαυμα
Το γερμένο κεφάλι παραδίνεται συγκινητικό στην πρώτη θάλασσα που περνά
Την κατανομάζουμε δίχως να την έχουμε συναντήσει


ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΗ
Έχτισε μια γέφυρα αναστεναγμών
Πάνω στην ακατοίκητη θάλασσα
Έβγαλε τα ρούχα της από χώμα
Έβαλε τα ρούχα της από άμμο
Μιλά μια γλώσσα φελλού
Εξαντλεί τον χρόνο σε μία εποχή
Χορεύει για παρτέρια από βότσαλα
Κάτω από πολυελαίους δακρύων
Μια μέρα επέστρεψε από ένα παράξενο ταξίδι
Όλες οι αποσκευές της ήταν καλυμμένες με πορτοκαλί ετικέτες
Οι αχθοφόροι της λιποθυμούσαν ο ένας μετά τον άλλον
Καταβεβλημένοι από την χαραυγή που είχε τυλιχθεί μες στα στροβιλιζόμενα εσώρουχά της
Επέστρεψε για να ψυχαγωγήσει την φρεσκάδα της φλογερής ανίας της
Για να μην είναι πλέον μόνη για να καταριέται την φωτιά

Ιδιόρρυθμη

μετάφραση - Σωτήρης Λιόντος, εκδόσεις ύψιλον